Πρώτη δημοτικού | ΕΦΣΥΝ | Παπανδρέου Ελένη

Κριτική για τη συλλογή «Πρώτη δημοτικού και άλλα», από την Ελ. Παπανδρέου.

«Λείπει ένας ανάποδος συλλογισμός»
Ελένη Παπανδρέου*
Πίσω από κάθε στίχο υπάρχει ένα μειδίαμα. Ο ποιητής θλίβεται και γελά ταυτόχρονα με τη ματαιότητα της ανθρώπινης ύπαρξης

Η ποίηση του Νίκου Παπάνα πηγάζει και ρέει αβίαστα μέσα από το βαθύ συναίσθημα, ανοίγοντας τον δρόμο σε ένα γοητευτικό ταξίδι στις λεπτές αποχρώσεις του έρωτα. Ο λυρισμός, παραδοσιακά πληθωρική ποιητική γραφή, εδώ αναγεννάται μέσα από έναν λόγο λιτό και ακριβοδίκαιο στην ουσία των ποιημάτων, καθώς ονειρικές εικόνες συνδέουν τις ιδιότητες του εξωτερικού κόσμου με εκείνες του εσωτερικού.

Η συλλογή διακρίνεται από μια εσωστρέφεια. Ο δημιουργός επιστρέφει στον εαυτό του μέσα από τις συμπληγάδες του στοχασμού και του αισθήματος. Αναρωτιέται, χωρίς να ρωτά. Πικρία, αυτοσαρκασμός, μελαγχολία, νοσταλγία, οραματισμός. Είναι όλα εδώ, πίσω από ερωτήματα που τελικά ποτέ δεν ξεστομίζονται κάτω από το βάρος των απαντήσεων που συνθλίβουν την ίδια τη ζωή.

Ο έρωτας είναι αιθέριος. Σχεδόν ίπταται πάνω από τις σελίδες. Απαλλαγμένος από κάθε σαρκική διεκδίκηση, παραιτείται από τη γήινη υπόστασή του και ανυψώνεται στον ιδεατό κόσμο, εκεί όπου κατοικεί η αγάπη ως «αράγιστη ένωση» που αναβαπτίζει και νικά τον θάνατο.

Ζωοφόρο φως

Ο,τι δεν ζει μέσα στο ζωοφόρο φως του έρωτα υπόκειται στους νόμους της φθοράς, είτε πρόκειται για αντικείμενα είτε για αισθήματα. Είμαστε όλοι έκπτωτοι από τον παράδεισο. Γυμνοί από το αληθινό, βαδίζουμε προς έναν θάνατο προκαθορισμένο από την εγγενή αδυναμία μας να αγαπήσουμε και να αγαπηθούμε. Τα ποιήματα πάλλονται ανάμεσα σε αυτές τις δύο καταστάσεις. «Εν’ αστέρι πεσμένο, μια πληγωμένη σιωπή, ένα ερείπιο» σηματοδοτούν την αναπόφευκτη φθορά, σε αντίθεση με την αιωνιότητα που θα μας πει ο ποιητής ότι εμπεριέχει ένα «φιλί με τη διάρκεια τ’ ουρανού» ως κατάσταση αειθαλούς παρουσίας του έρωτα.

Αιώνια αγαπημένη

Η ποιητική συλλογή σκιαγραφεί την ιδανική αγαπημένη. Οχι ως ύπαρξη ή ως παρουσία, αλλά ως σύμβολο του χαμένου παραδείσου. Ως σύνδεση της ψυχής με το αληθινό. Ο ποιητής δεν θρηνεί απλώς την απώλεια της αγαπημένης αλλά την απώλεια της δικής του σύνδεσης με το αιώνιο. Ουτοπική, αγγελική, άπιαστη, άφθαρτη, η αιώνια αγαπημένη ταυτίζεται με την ίδια την ποίηση και ζει σ’ έναν άλλο χρόνο, στον χρόνο της ανέφελης παιδικότητας, εκεί όπου ο έρωτας είναι η αρχή ενός ονείρου. Θέλει, αλλά δεν μπορεί ο ποιητής να πιστέψει σε αυτό το όνειρο. Θέλει, αλλά δεν μπορεί να επιστρέψει στη χαμένη αγνότητα των παιδικών χρόνων, τότε που όλα ήταν ιδανικά, λαμπερά, τότε που δεν υπήρχε φθορά, πλήξη, μοναξιά. Νοσταλγικά κοιτά, μέσα από την κλειδαρότρυπα της μνήμης, την αθωότητα των προσδοκιών που δεν επιβεβαιώθηκαν. Εκεί, στα θρανία της Πρώτης Δημοτικού είναι χαραγμένα τα όνειρα ενός έρωτα που δεν αντέχει την ενηλικίωσή του.

Στο παράλληλο σύμπαν του έρωτα ο χρόνος φαίνεται να χάνει την υπόστασή του. Μέσα στον ποιητή ενυπάρχουν πολλαπλοί εαυτοί, ένας για κάθε στιγμή. Ο καθρέφτης μεγαλώνει, καθώς τα είδωλα κοιτάζουν από αντικριστές σελίδες το ένα το άλλο. Οι στιγμές ανακατεύονται, οι ηλικίες μπερδεύονται, η απογοήτευση προηγείται της ελπίδας, η προσδοκία έπεται της λύπης και ο έρωτας στέκεται στο κέντρο του κύκλου. Η σειρά δεν έχει καμία σημασία, γιατί τελικά ο ποιητής είναι όλα τα πρόσωπα σε όλους τους χρόνους. Κι αν η Πρώτη Δημοτικού είναι η αρχή, δεν είναι το πρώτο ποίημα, αλλά σίγουρα μας θυμίζει πως σε αυτό το βιβλίο ένα μικρό αγόρι συνομιλεί μ’ έναν ώριμο άνδρα για το φευγαλέο του έρωτα, υπονοώντας τη ματαιότητα της ίδιας της ύπαρξης χωρίς αγάπη.

Διαφάνεια

Το φως, είτε ως άμεση αναφορά είτε ως έμμεση ‒μέσα από την παρουσία φωτοφόρων στοιχείων όπως ο ήλιος, το φεγγάρι, τα αστέρια ή μια λάμψη‒, είναι ένας συμβολικός προπομπός του έρωτα και σηματοδοτεί την έλλειψη σκιών, τη διαφάνεια, την αποκάλυψη της ομορφιάς. «Να πλέξω ένα στεφάνι φως. Να σ’ αγαπήσω», λέει ο ποιητής εξιδανικεύοντας την αγαπημένη του σε αγία, ενώ σε μια στιγμή εμπνευσμένου λυρισμού αναρωτιέται: «Είν’ η ψυχή μου όλο το φως που κελαηδά;».

Ο Ερωτας, λοιπόν, ανυψώνει την ύπαρξη. Αιθέριος στην ουσία του, κατοικεί στον ουρανό, στα σύννεφα ή στη ματιά του αστροναύτη. Εκεί ζει και η αγαπημένη ως σύμβολο, αφού τελικά υπάρχει μόνο μέσα από την ανυπαρξία της. Τελικά, όμως, είναι η δική της απουσία ή μήπως η απουσία της ποίησης που καταδυναστεύει τον ποιητή; Είναι η απουσία της ύπαρξης ή μήπως η απουσία της αθωότητας; «Ηταν κούφιος ο ουρανός», λέει ο ποιητής, δίνοντας μια σκληρή απάντηση στο λυρικό του όραμα, για να το ξαναστήσει με περίτεχνο τρόπο λίγες σελίδες μετά.

Φθορά με την αιωνιότητα

Πίσω από κάθε στίχο υπάρχει ένα μειδίαμα. Ο ποιητής θλίβεται και γελά ταυτόχρονα με τη ματαιότητα της ανθρώπινης ύπαρξης. Φτιάχνει μια ποίηση με υλικά συμβατά μέσα από την αντίθεσή τους. Ο ρομαντισμός συνυπάρχει με τον αυτοσαρκασμό. Η προσδοκία με το ανέφικτο. Η φθορά με την αιωνιότητα. Ο έρωτας είναι η ίδια η ζωή με όλες της τις αντιθέσεις. Αλώστε, όλοι είμαστε το λίγο που κάποτε ονειρεύτηκε το πολύ. Είμαστε ο ουρανός και η γη μαζί. Ακολουθώντας τα χνάρια του ποιητή, ο καθένας από εμάς δεν μπορεί παρά να αναγνωρίσει ένα κομμάτι από τη δική του αθωότητα σ’ έναν κόσμο που ασφυκτικά χτίζεται πάνω στις επιταγές της λογικής και σε αλύγιστα «πρέπει».

Ποια είναι, λοιπόν, αυτή η τέλεια γνώση; Είναι μια γνώση πέρα από τα συγγράμματα και πέρα από την παράνοια της λογικής. «Φαίνεται πως μου λείπει ένας ανάποδος συλλογισμός», μονολογεί ο ποιητής και γι’ αυτό σκόπιμα επιστρέφει στην εποχή της αθωότητας, στην Πρώτη Δημοτικού, για να μας θυμίσει πως τότε η γνώση ήταν αληθινή γιατί πήγαζε από την καρδιά και όχι από τα βιβλία. Εκεί, λοιπόν, στο λίκνισμα των κοριτσιών στην παρέλαση ‒που είναι το λίκνισμα του έρωτα με όλη του τη δύναμη, την ανεμελιά και την αγνότητα‒, θα πρέπει να αναζητήσουμε την τέλεια γνώση ή, ακόμα καλύτερα, τις ίδιες μας τις προσδοκίες για την τελειότητα που ονειρευτήκαμε μικροί και ασήμαντοι μπροστά στην αλήθεια ενός έρωτα.

* Ποιήτρια

Πηγή | Copyright: «Εφημερίδα των Συντακτών», 28/6/2020 | Ελένη Παπανδρέου

Κλείσιμο
Κλείσιμο
Καλάθι (0)

Κανένα προϊόν στο καλάθι σας. Κανένα προϊόν στο καλάθι σας.