Υπέρταση | Μελιτάς, Χάρης | Ποίηση | Εκδόσεις Ιωλκός, 2026

Κριτική του Κώστα Βούλγαρη για την ποιητική συλλογή «Υπέρταση» του Χάρη Μελιτά, δημοσιευμένη στο περιοδικό Culture Book.

 

***

 

Από την κριτική διάθεση στην ελεγεία

Σε ένα βιβλίο μπαίνεις με πολλούς τρόπους. Από τον τίτλο, από τη θεματική του, από την τεχνοτροπία του κλπ. Όλοι οι τρόποι είναι θεμιτοί, και περισσότερο γόνιμο είναι ένα βιβλίο όταν έχει πολλούς τρόπους, δηλαδή εισόδους, για να μπει κανείς στο ποιητικό του σύμπαν. Αυτό συμβαίνει και στο βιβλίο του Χάρη Μελιτά.

Επέλεξα λοιπόν να μπω από ένα ποίημα, που βρίσκεται στη σελίδα 37 και επιγράφεται «Λευκές σημαίες».

«Αντισταθείτε … στις φοβερές σημαίες των κρατών», έλεγε κάποτε ο Μιχάλης Κατσαρός. Ο Χάρης Μελιτάς, έχοντας αντικαταστήσει την προστακτική με τον ενεστώτα, και μάλιστα της παθητικής φωνής, γράφει:

Φοβάμαι μόνο τις πολύχρωμες σημαίες
ασπρίζουν με τα χρόνια σαν και μένα.

Αυτή η μετάβαση, από τη θαλερή μεταπολεμική ατμόσφαιρα στο πάσχον από έλλειψη νοήματος παρόν, επίσης η μετάβαση από το κοινωνικό πεδίο, στο οποίο απευθύνεται η προτροπή του Κατσαρού, τώρα στο παραιτημένο ή έστω παραιτούμενο υποκείμενο, είναι η μετάβαση στο σημερινό κόσμο, όπου ο ποιητής, όπως μας δηλώνει στους προηγηθέντες στίχους του ποιήματος, δεν φοβάται τη νύχτα, ούτε τη θάλασσα, ούτε το δάσος, ούτε το δρόμο, ούτε τον έρωτα. όμως βιώνει τη φθορά στις πολύχρωμες σημαίες που ξεθωριάζουν, όπως και στα μαλλιά του που ασπρίζουν λόγω της ηλικίας. Και μάλιστα οι σημαίες δεν είναι μόνο των κρατών, αλλά πάσης φύσεως, όπως π.χ. των βενζινάδικων, των super market, των αθλητικών ομάδων κλπ. Ένα τυπικό ποίημα υπαρξιακής διάθεσης, λοιπόν;

Αν δούμε πάλι τη διαδοχή των στίχων, που αναφέρονται κατά σειρά στη νύχτα, στη θάλασσα, στο δάσος, στο δρόμο, στον έρωτα, βλέπουμε ότι η τελική αντιστροφή, με τις σημαίες που ξεθωριάζουν, μαζί και το πρόσωπο/ποιητής, υπονοεί φυσικά τον ήλιο, που το φως του είναι η αιτία για να ξεθωριάζουν οι σημαίες, μαζί κι αυτός. Στον ήλιο λοιπόν αναφέρεται το ποίημα, και ας μην τον κατονομάζει, έχοντας απέναντί του, ως συνομιλητή, τον Καρυωτάκη και τους στίχους του:

κι ακόμη,
ο ήλιος, θάνατος μέσα στους θανάτους.

Να σημειώσω δε, ότι και ο Καρυωτάκης στη στροφή αυτή της «Πρέβεζας», αναφέρεται στους δρόμους και στη θάλασσα.

Με αυτά που μόλις είπα δεν έκανα κάποια διακειμενική ανάγνωση στο ποίημα «Λευκές σημαίες», αλλά έδειξα, νομίζω, κάποια, απολύτως εμπεδωμένα από τον ποιητή συμφραζόμενα, μέσα στα οποία τολμά να τιτλοφορήσει έτσι το ποίημά του. Γιατί λευκή σημαία σημαίνει παράδοση.

Παράδοση ναι, όχι πάντως, εδώ, απονενοημένη προσπάθεια ειρήνευσης, με τη γύρω πραγματικότητα. Η ποιητική αγωγή και αυτής της συλλογής του Μελιτά είναι καρυωτακική. Όπως άλλωστε και στο προηγούμενο βιβλίο του, Μαύρο γυαλιστερό ή μωβ, για το οποίο έγραφα πως ο Μελιτάς συνέχεται από την «αγωνία της επίδρασης», με διακεκριμένο πρόγονό του τον Κ. Γ. Καρυωτάκη. Την κοινωνική στόχευση και δραστικότητα της ποίησης εκείνου δοκιμάζει και στα σημερινά εφαρμόζει.

Χαρακτηριστικό το ποίημα «Νοσταλγικός αλγόριθμος», Εδώ, το καταληκτήριο τρίστιχο έρχεται να ακουμπήσει στο ποίημα του Καρυωτάκη «Δικαίωσις», οι καταληκτήριοι στίχοι του οποίου είναι αυτοί:

η παρουσία μου κάπως θα βαραίνει
−πρώτη φορά− σε τέσσερων τον ώμο

μην παραλείποντας, ακόμα κι εδώ, να περιλάβει την κοινωνική πραγματικότητα, βρισκόμενος, ακόμα και μέσα στο κιβούρι, απέναντί της.

Όπως ακριβώς και οι καταληκτήριοι στίχοι του ποιήματος του Μελιτά:

Ένα καπάκι από μαόνι ο ουρανός
κι οι εν δυνάμει ζωντανοί
κάνουν πως δεν μας ξέρουν.

Αλλά και το ποίημα «Η παρουσίαση». Εδώ, σατιρίζει μια παρουσίαση ποιητικού βιβλίου σαν την προκείμενη, καταλήγοντας με τους στίχους:

Στο τέλος θα μοιράζονται
βιβλία δωρεάν
και θα υπάρχει κέρασμα
στην έξοδο
αντί υπογραφών
καθώς
θα με σηκώνουν τέσσερις στα χέρια
για το μνήμα.

Κι έτσι, από αυτό το δρόμο, ερχόμαστε στο μότο του βιβλίου, εν είδει αφιέρωσης:

στους οιονεί νεκρούς της οικουμένης.

Η κοινωνική απεύθυνση και κριτική είναι λοιπόν γενικευμένη, εισάγεται προκαταβολικά, με μια δήλωση που επιστεγάζει όλο το βιβλίο. Περνώντας, φυσικά, και από την κριτική της ποιητικής συνθήκης, με το ποίημα «Αβρόχοις ποσί», απ’ όπου οι στίχοι:

Εκ πεποιθήσεως
με θέλγουν οι ελάσσονες. […] Αυτοί που ξέρουν
πως θα λιώνουν εσαεί
στο χώμα μιας φθηνής ανθολογίας

Ποίημα που δεν θα μπορούσε παρά να ανακαλεί και να διαλέγεται με το ποίημα του Καρυωτάκη, «Στους άδοξους ποιητές των αιώνων».

Αλλά δεν είναι μόνο λογοτεχνική/φιλολογική η θεματολογία του βιβλίου. Ανοίγεται στο ιστορικό παρόν, περνώντας από ένα εμβληματικό γεγονός, την τραγωδία των Τεμπών, με τα ποιήματα «Ανακύκλωση» και «Απαγορευτικό». Εδώ, η κοινωνική κριτική γίνεται οργή και ελεγεία, ο λόγος πυκνώνει, ο ρυθμός σφιχτός, χωρίς ανάσα. Όταν αναφέρεσαι σε ένα τόσο μεγάλο γεγονός, και μάλιστα όταν είναι ακόμα ζεστό, ζέον, είναι πολύ εύκολο αυτό να σε ρουφήξει στη δίνη του, να σε οδηγήσει σε κοινοτοπίες και προφάνειες. Όμως εδώ συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Σε αυτά τα δύο ποιήματα, ο Μελιτάς απογειώνει τον λόγο του, μιλώντας ευθέως και μόνο υπαινικτικά, φιλοτεχνώντας ταυτόχρονα όλη τη δραματική συνθήκη. Αυτά τα δύο ποιήματα μας δείχνουν τις δυνατότητες του ποιητή και, αν θέλετε, όσα άλλα οφείλει να αφήσει πίσω του.

 

Πηγή | Copyright: Culture Book | Κώστας Βούλγαρης

Κλείσιμο
Κλείσιμο
Καλάθι (0)

Κανένα προϊόν στο καλάθι σας. Κανένα προϊόν στο καλάθι σας.