Διακρίσεις | Βραβεία Jean Moreas | Καλύτερη ποιητική συλλογή 2024 | Πρωτοεμφανιζόμενος/η ποιητής/τρια 2024

Το αγαπητό και φιλόξενο Culture Book παρουσιάζει τους φετινούς υποψήφιους για τα βραβεία Jean Moreas 2024. Ανάμεσα σε αυτούς και οι δημιουργοί των εκδόσεων Ιωλκός: Δημήτρης Βασιλάκης, Καλλιόπη Ι. Κακλαμάνη, Βασίλης Δ. Παπαβασιλείου, Άκης Παρώδης και Νίκος Τσιαμανής.

 

***

 

Δημήτρης Βασιλάκης, Μαγικό χαλί, Εκδόσεις Ιωλκός

μαγικό χαλί

το σύμπαν είναι μια μεμβράνη καταγραφής
ένα μαγικό χαλί
το υφαίνει μια θεότητα

αφήνεται στα δημιουργήματά της
το φορά και πετά

επιφάνεια κει

δε θέλουν την ουσία
όχι όχι
θέλουν γιρλάντες φτιασιδώματα
επεμβάσεις μπιχλιμπίδια συνθήματα
κρέμες παστώματα ενέσεις
να γεμίσει το κενό
για να ’χουν άποψη σε βάθος

απέξω απέξω

σήμερα είμαι πανί με πανί
έξω γιορτάζουν

σήμερα μόλις έχασα έναν άνθρωπο
έξω περιφέρονται

σήμερα η γη αληθώς ανθίζει
έξω ψήνουν

σήμερα πολεμώ την απραξία
έξω στέλνουν τα στρατεύματα

κάθε σήμερα απώλεια
απέξω γιορτή

 

***

 

Καλλιόπη Κακλαμάνη, Γκρίζοι, Εκδόσεις Ιωλκός

ΨΥΧΗ

Ψυχή
περιαχθείσα τους ουράνιους τόπους,
τι κομίζεις;

Τη χίμαιρα της αλήθειας
και τη μάστιγα της απραγμοσύνης.
Αποχρώσες ενδείξεις ύπαρξης.

Ψυχή
περιαχθείσα τους ουράνιους τόπους,
τι κομίζεις;

Την έκσταση της απάθειας
και το μετείκασμα του επέκεινα.
Αλληγορίες ευδαιμονίας.

Ψυχή
περιαχθείσα τους ουράνιους τόπους,
τι κομίζεις;

Τη μελαγχολία του μέλλοντος
και το ψεύδος της οικειοπραγίας.
Προδρομές ανεστιότητας.

ΑΝΑΠΟΤΡΕΠΤΟΣ ΕΡΩΤΑΣ

Τι γυρεύεις
μέσα στη δίνη των ονείρων μου;
Υπέροχα δωρικός,
αναπότρεπτος έρωτας.
Με την προαιώνια θλίψη
του μύστη
ζυγισμένη περίφημα
ανάμεσα στο τόξο των φρυδιών;

Τι γυρεύεις
μέσα στο τέλμα των παθών μου;
Αναίσχυντα ζείδωρος,
ανυπόφορο θάμβος.
Με τα ματωμένα ρούχα
του δήμιου
ριγμένα ξεδιάντροπα
εμπρός στο σώμα του νεκρού;

ΓΚΡΙΖΟΙ

Όταν γεράσω, ιστορίες θα διηγούμαι στα εγγόνια μου.
Σαν όλες τις γιαγιάδες του κόσμου.
Στην εποχή έζησα, θα τους εξιστορώ,
του Γκρίζου Ανθρώπου,
του Μαύρου Καιρού.
Στην εποχή έζησα
του Δυνατού Θορύβου.
Εκείνου, που τις κραυγές κάλυπτε
των τεθνεώτων.
Στην εποχή έζησα
των Αποξηραμένων Λουλουδιών.
Αυτών, που τα μύριζες
και γέμιζε η μύτη σου σκόνη.
Και μούχλα.
Στους χρόνους μου,
σαν έβγαινε ο ήλιος,
έφερνε μια σκοτεινιά.
Ακατανόητη.
Στους χρόνους μου,
αν ήσουνα Χρωματιστός
στα υπόγεια κρυβόσουν.
Να μη σε βρουν οι Γκρίζοι.
Κι αυτά θα με κοιτούν
με τα αθώα μάτια τους
και με χάχανα θα με ρωτούν:
«Κι εσύ γιαγιά;
Ήσουνα πάντα Γκρίζα;».
Όχι, παιδιά μου.
Εγώ κρύφτηκα σ’ ένα ανήλιαγο υπόγειο·
ούτε θυμάμαι πια για πόσους αιώνες.
Ώσπου, μια μέρα, ήρθαν οι Σωτήρες
και με έβαψαν με γκρίζα μπογιά.
Έτσι έγινε μπορετό να ζήσω.

 

***

 

Νίκος Τσιαμανής, Άνισα μέτρα, Εκδόσεις Ιωλκός

ΚΛΕΦΤΕΣ ΣΑΝ ΚΑΙ ΜΑΣ

Βλέπαμε την αγάπη παντού.

Στα μαγαζιά, στα λεωφορεία,
στα σουπερμάρκετ.
Παντού να διαφημίζεται.
Για όλους τους άλλους.

Ποτέ για μας.

Κοιμόμασταν μόνοι τις νύχτες
και την ονειρευόμασταν.
Ερχόταν για λίγο βιαστικά
κι έφευγε πάλι το πρωί.

Μάθαμε να ζούμε με τη στέρησή της.
Μ’ ένα σαράκι να μας τρώει τα σωθικά.

Γίναμε κλέφτες.

Σε πάρκα, σε σταθμούς και σε λιμάνια.
Όπου διαφεύγει την επιτήρηση.

Αρπάζουμε ό,τι μπορούμε.
Γεμίζουμε τις τσέπες και τα στόματά μας όσο χωράνε.
Και μηρυκάζουμε μετά για καιρό.

Την κρύβουμε στις πιο σκοτεινές κρυψώνες.

Κανείς να μην τη βρει.
Και μας την πάρει πίσω.

ΔΕ ΜΕΤΡΗΣΑ ΣΩΣΤΑ

Δε μέτρησα σωστά τις αποστάσεις
απ’ το φιλί ως της καρδιάς σου τις επάλξεις.
Αυτή η νύχτα ήταν για σένα μια σχεδία,
για μένα θάλασσα και τρικυμία.

Τι ρούχα να φορέσω για να κρύψω
ένα μικρό παιδί που κλαίει.
Με τι γυαλιά τα μάτια να καλύψω
της ζωής το φως να μην τα καίει.

Πώς να πιστέψω μόνο ό,τι βλέπω,
το μυθικό νήμα του κόσμου όταν ξεμπλέκω.
Με πειρατές και με σειρήνες σαν παλεύω
για μια στιγμή ευτυχίας που γυρεύω.

Στ’ απύθμενα νερά του ονειρεμένου
αναζητώ τον ερχομό του πεπρωμένου.
Αυτή η πίστη είθε ποτέ να μην τελειώσει,
ψυχή και σώμα για να μην προδώσει

Ο ΓΙΟΡΤΙΝΑ ΝΤΥΜΕΝΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ

Σε συνάντησα
στις ζούγκλες της Νοτιοδυτικής Αφρικής,
στην Ακτή του Ελεφαντοστού,
στο Ακρωτήρι της Καλής Ελπίδας.

Γιορτινά πλησίασες ντυμένος
κι απόμεινα βουβός να σε κοιτώ,
εραστής της ομορφιάς
κι απόκληρος του ωραίου.
Άγριος κι αιμόδιψος με κύκλωσες,
μα θάρρεψα πως θα ημέρευες κοντά μου.

Γλιστρούσες στο κορμί μου,
όταν το στόμα σου άνοιξες
κι έσταξες το τοξικό σου δηλητήριο
στο αίμα μου.

Να γίνουμε ένα.

 

***

 

Άκης Παρώδης, Θλιμμένος βάτραχος, Εκδόσεις Ιωλκός

ΚΡΥΦΤΟ

Έλα να παίξουμε,
όπως παλιά.
Θυμάσαι που αγκαλιάζαμε τα δέντρα που κρυβόμασταν;
Τρώω τα νύχια μου, λιγοστεύει το μέτρημα,
η αγκαλιά μεγαλώνει και τους χωράει όλους
αυτούς, εκείνους και τους άλλους.

Δέκα, εννιά, οκτώ…

Κοίταξέ μας πάλι, από ψηλά.
Εσύ είσαι αυτός που τρέχει κι αλωνίζει
σε λόφο ατίθασο κι εσωστρεφή.
Μετράς τις μελανιές στα πόδια σου
—όσες οι τρικλοποδιές που βάζαμε ο ένας στον άλλο.
Αγγίζω το χώμα για πρώτη φορά και το μυρίζω,
έρχεσαι πάλι προς το μέρος μου.
Περνάει η ώρα,
ακόμα είναι νωρίς·
ποιος να μας γυρέψει εδώ που είμαστε;

Επτά, έξι, πέντε…

Ακόμα το σκέφτεσαι;
Νυχτώνει· κι από το λίγο μας πιάνομαι.
Αγγίζω τις άκρες των στιγμών που σβήσανε
—μας σμίλεψαν αυτές οι στιγμές,
πληγές στη δεξαμενή που παίζαμε μπάλα.

Νόμιζες πως έχω ξεχάσει.
Κοίταξε γύρω σου και πες μου αν βλέπεις
το χρόνο που γελάει μαζί μας,
ρώτησέ τον, πότε σταμάτησε για πάρτη σου;

Τέσσερα, τρία…

Σε έχασα από την πρώτη μέρα που γεννήθηκα.
Δεν ξέρω αν ποτέ κατάφερα να σε βρω
—κρυβόσουν πάντα πολύ καλά.
Μπροστά μου άπλωνες ματαιοδοξία κι έρωτα
που έσβηνε ό,τι έγραφα.
Αφήνομαι στα ίδια μοτίβα για να ξεχάσω ποιος είμαι·
χαστούκι — σκαλί για το επόμενο.
Με τα μάτια κλειστά σε ακούω που τρέχεις
μα, τελικά, κουρνιάζεις,
κρύβεσαι στη γωνιά σου.

Νομίζω, σ’ έχασα πάλι,
όμως θα σε ψάχνω
μέχρι το τέλος.

Δύο, ένα…

φτου ξελευτερία!

ΕΡΩΤΑΣ

Σήκωσα το χέρι
για να δω
από κάτω τι κρύβει.

Τον καβαλάρη
είδα και την κόρη του

που όλο το σύμπαν
κι άλλο τόσο κρατά

στα πέλματα που σαπίζουν,
στη λάσπη που λιώνει,
στο κερί που στραβώνει.

Τη ζέστη της ανασαίνω
και την ομορφιά της

κοιτάζω σαν καθρέπτης

—σπάει

ΠΑΙΔΙΚΑ ΧΑΜΟΓΕΛΑ

Μαζεύω όσα μπορώ
χαμόγελα —όχι όλα—,
όσα πετούν μακριά από την τύρβη
της ακίνητης πόλης
—καλοκαιρινό άγγιγμα
στα βρόμικα μπαλκόνια.

Ταλαιπωρημένα,
καμένα από ήλιο και χάχανα
δίνονται αυθόρμητα
πίσω από κλειστά παράθυρα
αθώα, όμορφα, σκασμένα από το κρύο,
τυλιγμένα χριστουγεννιάτικα
γράμματα και δώρα.

Τα ακούω στα σχολικά διαλείμματα
και στην παρέλαση
—μπροστά από την περήφανη μπάντα,
πίσω από φλύαρα νευρικά σημαιάκια—,
τα μαζεύω και τα κάνω βροχή,
να βρέχουν παντού
σοκολατένια μουστάκια.

Τα παιδικά χαμόγελα
με σώζουν κάθε φορά
χωρίς σκέψη.

 

***

Βασίλης Παπαβασιλείου, Στιγμιότυπα αφύπνισης, Εκδόσεις Ιωλκός

Χαϊκού

Το προσφυγάκι
έγινε πάλι παιδί·
μ’ ένα παγωτό.

Αχνάρια βαριά
τέμνουν τη μεθόριο·
λακκούβες βροχής.

Μια κουτσή κούκλα
στεγνώνει στον κόρφο τής
χαροκαμένης.

Με χορτολάσπη
γεφυρώνουν το θέρος
τα χελιδόνια.

Βροχερό δείλι·
τα σύννεφα ματώνει
μια λόγχη ήλιου.

Στον χέρσο αγρό
ιχνογραφεί μπαξέδες
μια ηλιαχτίδα.

Θέλει ο καθρέφτης
το δέρμα απ’ τη μάσκα
να ξεκολλήσει.

Βυθός η λύπη·
πεφταστέρια φωτίζουν
τα ναυάγια.

Φέγγει η νύχτα
με των σημαινομένων
τις λαμπηδόνες.

 

Πηγή | Copyright: Culture Book

Κλείσιμο
Κλείσιμο
Καλάθι (0)

Κανένα προϊόν στο καλάθι σας. Κανένα προϊόν στο καλάθι σας.