Κριτική του Απόστολου Θηβαίου για την ποιητική συλλογή «Το γράμμα» της Τάνιας Οικονόμου, δημοσιευμένη στο περιοδικό Literature.
***
Παραμένει εντυπωσιακό το γεγονός πως οι άνθρωποι του καιρού μας διαλέγουν να στέλνουν γράμματα. Ίσως να τους γοητεύει το άγνωστο που ταξιδεύουν οι λέξεις τους, ίσως να θέλουν μονάχα να γεμίσουν με κάποια σημασία το χρόνο που γλιστρά μέσα από τα χέρια τους. Θα μπορούσαν να επικοινωνήσουν με τόσους τρόπους, άμεσους, καταιγιστικούς, τρόπους που εξαλείφουν την απόσταση αλλάζοντας τις διαστάσεις αυτού του κόσμου.
Μα εκείνοι πιστεύουν ακόμη σε κάτι παλιά ανεμολόγια. Οι άνθρωποι που επιλέγουν να γράψουν, όσοι περιμένουν με αγωνία τον ταχυδρόμο του μεσημεριού που κρατάει λέει μες στα χέρια του όλη τους τη ζωή. Επειδή υπάρχουν άνθρωποι που θέλουν να προσθέσουν μια δόση προσωπικού στο εξωφρενικό που μας παρασέρνει, επειδή μερικά πράγματα αγγίζουν το στερέωμα της συγκίνησης ξυπνώντας κυκλώνες νοσταλγίας, κάποιοι επιλέγουν να περιμένουν μια απόκριση. Έναν φάκελο με σημειωμένα το όνομα και τη διεύθυνση. Ένα γράμμα και μια καρτ ποστάλ από αυτές που πάψανε για πάντα. Τώρα μονάχα στα προσωπικά αρχείο ανθρώπων που έζησαν τον παλιό αιώνα σε όλη του τη δόξα, μόνο μες στις φωτογραφίες και τα απομεινάρια της ζωής, μπορεί να διακρίνεις με τσακισμένες τις γωνιές της, μια κάρτα ταξιδιωτική. Παριστάνει ζωγραφισμένο ονειρικά, με μια δόση θάμπους τον Σηκουάνα, ένα φλωρεντινό γεφύρι, ένα πιθάρι και μια καμάρα μισή μες στο νερό του δειλινού, όλο αμεριμνησία για την ομορφιά τόσο απλών και αθώων πραγμάτων.
Θα γράψω και εγώ λοιπόν ένα γράμμα. Ένα “Γράμμα” για την Τάνια Οικονόμου. Έτσι, για αντίδωρο της ιδιόχειρης αφιέρωσης που προσδίδει στο βιβλίο μια αξία προστιθέμενη. Για όλα ευθύνονται οι εκδόσεις Ιωλκός που σε πείσμα των καιρών, ανάμεσα σε άλλους εκδοτικούς οίκους, υπερασπίζονται την ποίηση με κάθε τρόπο, με αξιόλογα βιβλία, τόσο όμορφα επιμελημένα. Όχι, δεν σας μιλώ για έναν χαρτονένιο κόσμο αλλά για τη συλλογή της Αθηναίας δημιουργού που με “Το Γράμμα” κάνει την πρώτη της εμφάνιση στα ελληνικά γράμματα. Ετούτο εδώ το σημείωμα την καλωσορίζει και την ευχαριστεί για όλα όσα μας ξυπνά.
“Στην Μαίρη, τον Γιώργο και την Πόλυ”, γράφει η λιτή αφιέρωση στις πρώτες σελίδες της συλλογής. “Για όσα τους χρωστάω”, συμπληρώνει η ποιήτρια και είναι δίχως αμφιβολία ο πόνος μα και η ευγνωμοσύνη συνιστούν τα δυο μεγάλα επιχειρήματα της τέχνης. Στρατευμένα σε αυτούς τους δυο σκοπούς τα τραγούδια γεννιούνται εντός μας, συντρίμμια μετέωρου στοχασμού, όπως οι λέξεις της Μάτσης Χατζηλαζάρου. Καθένας ξέρει πού να βρει την ποίηση και η Τάνια Οικονόμου την ανακαλύπτει στα βιώματά της, στη νιότη της, λευκή πια μες σε σύθαμπο άγριας μνήμης. Την αντικρίζει σε κάθε γωνιά των ποιημάτων της, γωνιές που κάνει να μοιάζουν πελώριες αυτός ο ιδιότροπος φωτισμούς. Η ποιήτρια βάζει κάτω από τη λάμπα την ίδια της τη ζωή, ένα κύμα την αρπάζει, θάλασσες χρόνια διασχίζει, σκαρφαλωμένη πάνω σε στίχους που κρατούν την καταγωγή τους από τα βάθη της πραγματικότητας. Σαν αργοναύτης και σαν τρίτωνας, καρφιτσωμένος στ’αθέατο του Σαρακήνικου, κοιτάζει ο στίχος ίσια στο πέλαγο. Στο φόντο η νιότη, το σφάλμα, η απουσία, κάτι από το όνειρο που μετατοπίζεται ολοένα και περισσότερο ώσπου αλαργινό να γίνει, κάτι που δεν μπορείς παρά να ανταμώσεις πάνω στη χρυσή εκείνη τομή της συνείδησής σου. Εκεί που το ποίημα συναντά τη ζωή και ξαναβρίσκει την αθάνατη ώρα της νιότης. Όλα ετούτα συνθέτουν την πατρίδα των ποιημάτων που περιλαμβάνονται στο “Γράμμα” των εκδόσεων Ιωλκός.
[…θα μ’αγαπήσεις δυο αιώνες μετά
όταν θα έρθω ξανά
εσύ θα μιλάς πάλι
για όνειρα κόκκινα…]
(Οψιδιανός, “Το Γράμμα”)
Η Τάνια Οικονόμου στο παρελθόν της στέλνει ανεπίδοτα γράμματα. Κάθε ποίημα μια στιγμή στη διάρκεια του φιλμ που καταγράφει την απελπισμένη προσπάθεια της ψυχής που φτεροκοπά. Λέξεις και ήχοι και σώματα με μνήμη βρίσκουν μια ευκαιρία και ξαναζούν. Τόποι και στιγμές και λόγια που σώσανε τον κόσμο ή έναν έρωτα, μια φορά και έναν καιρό. Σαν λουλούδια μες στη ζάχαρη οι αναμνήσεις και οι λέξεις που ανανεώνουν το χρώμα στα πέταλα. Η φρεσκάδα που γίνεται συναισθηματική, ένα τραύλισμα καρδιάς και μερικοί συγκλονιστικοί υπερσυντέλικοι σημαδεύουν τα ποιήματα της συλλογής. Και ο ποιητής, πάντα εκεί, πάντα να προσπαθεί, λέει να ανταποκριθεί σε εκείνο που δεν μπορεί πια να φτάσει. Μες στην ξενιτιά της νιότης κυκλοφορεί με τα φανάρια της σβησμένα η Τάνια Οικονόμου και την καρδιά ανοιχτή. Τα αγάλματα που συναντά ζωντανεύουν, μέσα από τα παγωμένα τους χέρια αφήνουν ανέμους. Να γεμίσουν λέει το κενό της απουσίας που είναι θάνατος. Και όμως αυτό εδώ το σημείωμα πιστεύει πως δίχως αυτό το εφόδιο η ζωή μας δεν θα μπορούσε τίποτε να εκφράσει και με τίποτε να εκφραστεί.
Ιστορίες με παράξενα ονόματα, όπως “Οψιδιανός”, “Χιονίζει Φιλιά”, “Περί Πλάνης”, “Ωδική Βοήθεια”, τίτλοι για τους στίχους των ποιημάτων που περιλαμβάνονται στην παρθενική, εκδοτική εμφάνιση της Τάνιας Οικονόμου. Μα “από όλες η πιο ωραία είναι αυτή που τη γράφουν τα ορυκτά της Μήλου”, έτσι όπως το γράφει στους στίχους της δημιουργός. Σκηνές από τη ζωή την επισκέπτονται μες στην ερημιά του λευκού, στα πόδια της πλέκουν, παίζουν μαζί της, το όνομά της προφέρουν με εκείνο τον τρόπο τον παλιό που χάθηκε για πάντα. Μια μουσική να φέρνει πίσω τα πράγματα, να αναπτερώνει τις ζωές. Η μνήμη, μια φρόνιμη κυρά με κάποια πίκρα στο πρόσωπο, όλα τα απιθώνει πάνω στην μπόλια της τη γαλάζια. Όλα μετασχηματίζονται σε άλλες σημασίες τώρα που κερδήθηκε με κάθε κόστος η αιωνιότητα. Ο χρόνος δεν έχει σημασία, αφού μπορεί κανείς “μες σε δυο αιώνες” να αγαπηθεί ξανά με το ανεκπλήρωτο. Είναι κάτι τέτοιες στιγμές, όταν βρίσκω μες στα ποιήματα κάτι να με αφορά, είναι στιγμές που κάτι με πείθει πως η ποίηση είναι χαραγμένη μες στην ψυχή του κόσμου. Πως είναι για πάντα δεμένη με λήμματα νεκρά, με νεκρά μηνύματα, με μορφές και αγγίγματα και οράματα που σήμερα πίσω από τις ομίχλες αποσπασματικά προβάλλονται. Μα αντέχουν και μες στις ζωές μας φυσούν.
[…και θα είμαι εγώ ξανά
το κορίτσι σου
να σεργιανάμε μαζί
στο άσπρο του Σαρακήνικου…]
(Οψιδιανός, “Το Γράμμα”)
Η ποίηση είναι μαχαίρι που κόβει με ακρίβεια, τα λόγια της θεολογία μας ή μόνον κάτι θεωρήματα του αδυνάτου που ουδέποτε απέδειξαν τον εαυτό τους. Μια ιστορία από αβεβαιότητες, πονταρίσματα και τ’ άπιαστο η ποίηση. Θρόισμα και χρώμα και δέρμα με όλες τις ψηφίδες να ενσωματώνονται ώσπου να στερεωθεί ξανά το είδωλο της ζωής μας, μια ηχώ που παίρνει πια μορφή, υπακούοντας στα σχήματα και τις μεταφορές, σε μια εικονογραφία όλο τρυφερότητα. Είναι όλα ετούτα που σιγανά μες στη ζωή μας προχωρούν ήσυχα προς την πλευρά των ανήκουστων. Μέσα από τον καθημερινό καθρέφτη ξεγλιστρούν, στον κόσμο ρίχνονται για να σου φανερώσουν μια ακόμη διάσταση, τη δική σου. Είναι ο πόνος της ζωής και όσα χάθηκαν που κατευθύνουν τον ποιητή στα περασμένα, σημειώνει ο Ματθαίος Μουντές, χρόνια τώρα περαστικός της λήθης. Σε αυτά επιστρέφει η Τάνια Οικονόμου, για να “τη διαλέξει” από την αρχή η μοίρα της, για να αναγορευτεί έρωτας αυτός ο κόσμος, αφήνοντας τουλίπες ευωδιάς παράξενης που εκπλήσσει ως μέχρι και τους αγγέλους. Πρώτα η αίσθηση απαγγέλλει μυστικά και ύστερα έρχονται οι λέξεις και η φαντασμαγορία ολοκληρώνεται, αποκαλύπτοντας μια ολόκληρη, οραματική περιοχή παραδεισένιας γοητείας. Είναι η αίσθηση που λείπει, “δυο χείλη κόκκινα”, είναι “απόλυτη, σωματική μαρμαρυγή” είπε η Μάτση και ξεγλίστρησε όλων των ρευμάτων.
Απόψε, δεν θα γράψω. Θα διαβάσω από την αρχή “Το Γράμμα” των εκδόσεων Ιωλκός, θα διαβάσω την κάθε λέξη στα ποιήματα που αγάπησα, που θα ‘θελα εγώ να είχα γράψει. Και θα στοχαστώ ποιητικά για αυτούς τους στίχους που ζητούν λίγη συγχώρεση, που στήνουν τον τρελό τους χορό εμπρός στο βλέμμα μου. Διότι αν πρέπει κανείς να μιλήσει για ποίηση δεν μπορεί παρά να το πράξει με τον ίδιο τρόπο, με τα ίδια μέσα, έτσι που να αποκρίνεται σε εκείνο που νιώθεται και δεν εξηγείται, σε εκείνο το ανερμήνευτο που στέκει κάτι περισσότερο από θόρυβος μακρινός μιας μνήμης, παραπάνω και από χρώμα.
“Το Γράμμα”, η πρώτη ποιητική συλλογή της Τάνιας Οικονόμου. Από τις εκδόσεις Ιωλκός. Μια μικρή κιβωτός αγάπης χαμένης και μνήμης, μια μουσική για να νιώσεις την απουσία μες στην έκταση του χρόνου. Μια κιβωτός φωτισμένη με το κρινάκι του καλοκαιριού , μια αίσθηση δροσιάς από νερού ανάβρυσμα.
[…Αφήνω τις λέξεις
αδέσποτες,
αν γυρίσουν
δεν θα είμαι εδώ,
θα είμαι μαζί σου…]
(Προσφιλής Συνήθεια, “Το γράμμα”)
Πηγή | Copyright: Literature | Απόστολος Θηβαίος