Κριτική της Τέσυς Μπάιλα για τη συλλογή διηγημάτων «Θυσανοσωρείτες και άλλα φαινόμενα» της Μιλένας Ζαφειροπούλου, δημοσιευμένη στο περιοδικό Literature.
***
Θυσανοσωρείτες, τα μικρά λευκά νέφη στον ουρανό, «ξεκάθαρο προμήνυμα της καταιγίδας που καραδοκούσε», είναι ο τίτλος της πρώτης συλλογής διηγημάτων της Μιλένας Ζαφειροπούλου που κυκλοφορεί από τις εκδ. Ιωλκός. Πρόκειται για μια εντυπωσιακή συλλογή δώδεκα διηγημάτων για την οποία η συγγραφέας τιμήθηκε με το Βραβείο «Μένη Κουμανταρέα» για Πρωτοεμφανιζόμενο/η Πεζογράφο της Εταιρείας Συγγραφέων.
Στα διηγήματα αυτά η συγγραφέας επιχειρεί μια διακριτική αλλά ουσιαστική καταβύθιση στην ανθρώπινη συνείδηση. Η συγγραφέας δεν ενδιαφέρεται να αφηγηθεί απλώς μικρές ιστορίες. Αντίθετα, δημιουργεί ψυχολογικούς τόπους, όπου η καταιγίδα που καραδοκεί έρχεται σαρωτική και αναπότρεπτη. Οι ήρωές της βρίσκονται εγκλωβισμένοι ανάμεσα σε αυτό που βιώνουν και σε αυτό που θα ήθελαν να πράξουν. Το «πρέπει» σε αντιδιαστολή με το «θέλω» με τις πράξεις που δεν πραγματοποιούνται να αποκτούν την ίδια, αν όχι μεγαλύτερη, βαρύτητα από εκείνες που συμβαίνουν.
Ωστόσο, η συγγραφέας δεν χρησιμοποιεί μόνο αυτό το δίπολο. Κεντρικός άξονας της συλλογής της είναι η αμφιθυμία ανάμεσα στην επιθυμία και στον φόβο, στην ανάγκη για εγγύτητα και στην αδυναμία επικοινωνίας, στην αγάπη και στην υποδόρια βία που μπορεί να τη διαβρώσει. Οι σχέσεις, ιδίως οι ερωτικές είναι πεδία έντασης, όπου η οικειότητα συνυπάρχει με την επιθετικότητα.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στους γυναικείους χαρακτήρες. Οι ηρωίδες της Ζαφειροπούλου εμφανίζονται συχνά παγιδευμένες σε κοινωνικούς και εσωτερικούς μηχανισμούς, ανήμπορες να αντιδράσουν. Ωστόσο, δεν εμφανίζονται θυματοποιημένες. Η συγγραφέας «σκάβει» βαθιά μέσα τους και φέρνει στο φως τις αντιφάσεις τους. Η επιθυμία για χειραφέτηση που συγκρούεται με την αδράνεια, η σιωπή που μετατρέπεται σε εσωτερικό κραδασμό. Μέσα από αυτές τις αντιφάσεις αναδύεται μια πιο σύνθετη, και τελικά πιο αληθινή, εικόνα τους και αυτή η ακριβώς η αλήθεια που φέρουν είναι που αγγίζει τον αναγνώστη.
Η Ζαφειροπούλου διαχειρίζεται με λεπτότητα τις μεταπτώσεις του συναισθήματος. Η ειρωνεία παρεισφρέει συχνά στην αφήγηση με λεπτότητα, χωρίς να αποδυναμώνει τη δραματικότητα, αλλά για να την καταστήσει πιο ορατή και η ανθρώπινη ευθραυστότητα προβάλλεται χωρίς διάθεση ωραιοποίησης. Η συγγραφέας παρατηρεί τους ήρωές της με διεισδυτικότητα και συγχρόνως τους συμπονά, γι’ αυτόν τον λόγο ποτέ δεν καταδικάζει τις συμπεριφορές τους. Το βέβαιο είναι ότι καταφέρνει να αποδώσει μια συλλογή που δεν επιδιώκει να εντυπωσιάσει αλλά να παραμείνει στη σκέψη του αναγνώστη και να τον κάνει να στοχαστεί για όσα υπάρχουν κάτω από την επιφάνεια των ανθρώπινων σχέσεων και για όσα συχνά μένουν ανείπωτα.
Στο εξαιρετικό ομώνυμο με τη συλλογή διήγημα η αφήγηση τολμά να διεισδύσει στη σκέψη ενός προσώπου που κινείται στα όρια της βίας, όχι για να δικαιολογήσει, αλλά για να κατανοήσει τους μηχανισμούς που οδηγούν σε ακραίες αντιδράσεις αναδεικνύοντας τη λεπτή γραμμή ανάμεσα στο βίωμα και στην πράξη και φωτίζοντας την ευθραυστότητα των ορίων που συγκρατούν, εν τέλει, τον άνθρωπο. Στο «Αδιόρατη απειλή», η συγγραφέας χτίζει ένα περιβάλλον όπου το παράλογο σταδιακά ενσωματώνεται στην καθημερινότητα, αποκαλύπτοντας έναν μηχανισμό εξοικείωσης μαζί του. Το εγκαταλελειμμένο ημιφορτηγό και η σειρήνα που ηχεί αδιάκοπα λειτουργούν ως σύμβολα μιας διαρκούς, ακαθόριστης αγωνίας που οδηγεί σε μια παράξενη αποδοχή. Η αφήγηση δεν εστιάζει στην αιτία των φαινομένων, αλλά στην αντίδραση της κοινότητας, για να δείξει τελικά ότι ο άνθρωπος συνηθίζει ακόμη και το πιο δυσοίωνο όταν αυτό επιμένει και αυτό είναι το πιο ουσιαστικό μήνυμα της ίδιας της συλλογής, καθώς τα όρια του ανθρώπου και η προσαρμοστικότητα τελικά οδηγούν τον άνθρωπο στην απάθεια, στην απώλεια της ευαισθησίας απέναντι σε ό,τι θα έπρεπε να προκαλεί εγρήγορση.
Σε όλα τα διηγήματα της συλλογής η συγγραφέας κατορθώνει να μετατρέψει οικείες αφετηρίες σε πεδία έντονης ψυχικής διερεύνησης, οδηγώντας τον αναγνώστη από την αναγνώριση στην ανατροπή. Γι’ αυτό και ο συνδετικός ιστός των διηγημάτων είναι ο τρόπος με τον οποίο ενεργοποιείται ο εσωτερικός κόσμος των ηρώων. Τα θερμά λουτρά, η συναυλία, ο χορός, οι αστικοί και οι οριακοί τόποι δεν λειτουργούν ως απλά σκηνικά, αλλά ως ερεθίσματα που διαταράσσουν την ισορροπία και φέρνουν στην επιφάνεια ό,τι παρέμενε κρυμμένο καλά στη συνείδηση των ηρώων. Μια φωτογραφία, ένας ήχος που επιμένει, ένας χορός φέρνουν τους ήρωες των διηγημάτων αντιμέτωπους με επιθυμίες, φόβους και μνήμες, αλλά και με απρόβλεπτες συνθήκες που αλλάζουν τα δεδομένα της ζωής τους.
Στο «Σκοινί ζωής», μια ασήμαντη, σχεδόν καθημερινή σύγκρουση πυροδοτεί την αποκάλυψη όλων των συσσωρευμένων ματαιώσεων, φωτίζοντας την ανάγκη για αντίδραση που συχνά μένει ανεκπλήρωτη και βρίσκει διέξοδο μόνο στη φαντασία. Η Ζαφειροπούλου δεν ενδιαφέρεται να μας παρουσιάσει το συμβάν, ενδιαφέρεται να μας μεταφέρει τη συναισθηματική του ένταση, τον τρόπο με τον οποίο μια μικρή αδικία μπορεί να μεγεθυνθεί όταν συναντά ένα ήδη επιβαρυμένο εσωτερικό τοπίο. Στο «Μουσείο των διαλυμένων σχέσεων», η ιδέα της καταγραφής και της έκθεσης της συναισθηματικής φθοράς μετατρέπεται σε αλληγορία για τη διάβρωση των ανθρώπινων δεσμών, ενώ το υποτιθέμενο πείραμα αποκαλύπτει τελικά τα πιο ενδόμυχα, τα πιο σκοτεινά κίνητρα, καθώς η βία είναι η πιθανή κατάληξη μιας διαδικασίας αποσύνθεσης που έχει ήδη ξεκινήσει. Τέλος, στον «Άχρονο», η εμμονή με την οργάνωση και τον έλεγχο μέσω του χρόνου αποδεικνύεται μια εντελώς εύθραυστη διαδικασία, όταν τα ρολόγια σταματούν κι έτσι το σύστημα που στηρίζει την καθημερινότητα ενός ανθρώπου παύει να λειτουργεί. Ο Α. ο ανώνυμος ήρωας της Ζαφειροπούλου κλονίζεται, κυριολεκτικά διαλύεται, η ισορροπία του πλήττεται και ο ίδιος παραμένει με τις «σκέψεις κουβάρι», όταν «οι ώρες που μετρούσαν τη ζωή του δραπέτευσαν, πλέχτηκαν γερά μεταξύ τους κι έγιναν θηλιά γύρω από τον λαιμό του».
Μια υπαινικτική, ευφάνταστη συλλογή με την οποία η συγγραφέας πραγματεύεται με οξυδέρκεια τη λεπτή ισορροπία ανάμεσα στο οικείο και στο απρόβλεπτο που το ανατρέπει ακαριαία και ταυτόχρονα υπογράφει με τον καλύτερο τρόπο μια διακριτή και σημαντική είσοδο στην ελληνική λογοτεχνία.
Πηγή | Copyright: Literature | Τέσυ Μπάιλα