Το ιστολόγιο Poets παρουσιάζει ποιήματα από τη συλλογή «Ποδήλατο με αερόσακο» του Γιάννη Ξέστερνου.
***
Διδυμότειχες εκβολές
Τα έργα και οι μέρες
δεν έχουν θανατικά κι ανεπιθύμητα αστεία
γλιστρούν στη θαμπή αίγλη της ρουτίνας
δοξάζοντας τη γραφομηχανή και τον ανέλπιστο ύπνο
με τεθλασμένες αγκαλιές σε ανισόπεδες πεδιάδες
όταν καταφθάνουν ταχυδρομικοί φάκελοι
με κατάξανθους βοστρύχους
από διδυμότειχα κορίτσια
λουσμένα στις εκβολές της αυταπάρνησης.
Οικογενειακός κήπος
Στο κέντρο της καταπράσινης αυλής
κρέμεται μια θηλιά
αργόσχολοι σουλατσαδόροι την περιεργάζονται
και δοκιμάζουν αν χωράει η κεφαλή τους
βρίσκουν το θέαμα spectacle extraordinaire
ο κηπουρός πάλι ανακοινώνει
η θηλιά είναι στα μέτρα των μελών της οικογένειας.
Οι γαρδένιες, τα κρίνα και τ’ άσπρα τριαντάφυλλα
αγωνιούν πότε θ’ ανθίσει ο μανδραγόρας
—έχει πρωταγωνιστικό ρόλο—
έρχεται άνοιξη, βλέπεις
και καμιά φορά αισθάνονται μοναξιά
χρειάζονται την παρηγοριά του.
Ζευγίτες ηλεκτρόνια
Ένα παιδί γυρίζει απ’ το σχολείο
έκριναν σοφά τα δικαστήρια
το σπίτι του θυμίζει μαυσωλείο
η μητέρα κυνηγά τ’ αργύρια
ο πατέρας καμαρότος σε πλοίο.
Γλυκά δέχεται συγχαρητήρια
για τους καλούς βαθμούς των μαθημάτων
διά ηχογραφημένων μηνυμάτων.
Στενά εμβατήρια
Πολύωρες συνεδριάσεις
στενεύουν τα δυτικότροπα καινούρια παπούτσια —
παντόφλες δε δίνουν οι τσιγκούνηδες ΟΗΕδες.
Και να το βροντάει με μανία το παπούτσι ο Νικίτα στο έδρανο
να ξεκολλάει το τακούνι
να σκύβει ο Φιλιππινέζος μην του έρθει κατακέφαλα
να ψάχνει ο Ιρλανδός να το μαζέψει.
Χαλάλι που ξυπόλυτος γύρισε στην Πατρίδα
από την ψύχρα του καιρού.
Έδειξε πυγμή
θα ήταν περήφανος ο Πατερούλης
μετά από τόση προδοσία.
Γεννήθηκε στα σύνορα
εκεί που παίζουν εμβατήρια διά Πασών των Ρωσιών.
Άλλωστε, η Μητέρα ποτέ δε συγχωρεί τον κανακάρη της
όταν ανταλλάσσει φιλιά
μήνα Απρίλη
στη δροσιά του ποταμού Έλβα
με άπιστες ερωμένες.
Αυτά συμβαίνουν
και στις καλύτερες οικογένειες.
Περιοδική ασυγχρονία
Η κυρία Αγγελική καθυστερεί να γυρίσει από τη λαϊκή
τα δευτερόλεπτα κυλούν αργά στους πάγκους
αρωματίζεται στα μανταρίνια και στους μαϊντανούς
προσέχει τις τιμές ενδελεχώς
βάζοντας και βγάζοντας πολλές φορές τα γυαλιά της.
«Δε βλέπω τα κεράσια σας φρέσκα, κυρ Θανάση»
σκουντάει τους περαστικούς
έχει λυμένο το ζωνάρι για καβγά
ανοίγει τις ντομάτες να δει τα σπόρια
δοκιμάζει τα ραπανάκια
διαμαρτύρεται για τη χλωροφύλλη στο σπανάκι
ξαναγυρίζει στους πάγκους δήθεν ότι ξέχασε το πορτοφόλι της
πνίγεται στις φωνές των εμπόρων.
Όταν ανεβαίνει ο ήλιος ψηλά
κατάκοπη βάζει τις τσάντες στο πορτμπαγκάζ της «μπέμπας»
τις μισές χαρίζει στον κηπουρό
η αλλοδαπή υπηρέτρια κάθε Πέμπτη έχει ρεπό
(τα παιδιά της δε φέρνουν τους μπέμπηδες να χαρεί)
κάθε Τετάρτη βράδυ πετάει στα σκουπίδια τα σάπια φρούτα.
Το νήμα
Νηστεύεις το ψαλίδι
απλώνεις το ακρυλικό νήμα
πρώτη θηλιά — γαϊτανάκι αρχής
άπλεκτη άγνοια κινδύνου
ένας πόντος καλή
ένας πόντος ανάποδη
μετράς πόντους
μετράς χρόνια
ζετέ — πολλές θηλιές
τυλίγονται στον λαιμό σου
μίκρυνε το πουλόβερ
«θα σ’ το κάνω μπόλικο να το φοράς και του χρόνου»
τότε που μετρούσαν τους ματωμένους αγκώνες
με τις βελόνες του πλεξίματος
που μας τσιμπούσαν το δέρμα
λόγω ανυπακοής
«τώρα τέντωσε τα χέρια σου
ίσια η πλάτη»
έχεις να κουβαλήσεις
τις κρύες νύχτες της εφηβείας
και τότε και σήμερα.
Οικογένεια ταμαριδοειδών
Μαΐστρος φυσάει στο κυκλαδονήσι.
Κυματίζει στην άμμο
το αλάτι καλοκαιρινής ραστώνης.
Στο κάδρο μόνο ασθενικά Αλμυρίκια
δίχως φάρο
κάκτοι ερήμου.
Βαθύ φθινόπωρο.
Χρόνια έχουν να θαυμάσουν στιβαρό Πλατάνι
να επισκιάσουν τα πάθη τους
ή έστω μια «Φοινικιά» του 1900.
Άνυδρα
δεν έχουν ρίζες πια
να γειωθούν
στον ανέκδοτο χειμώνα
που ξημερώνει.
Πηγή | Copyright: Poets