«Ποδήλατο με αερόσακο» | Γιάννης Ξέστερνος | Ποίηση | Εκδόσεις Ιωλκός, 2025

Κριτική του Κωνσταντίνου Λίχνου για την ποιητική συλλογή «Ποδήλατο με αερόσακο» του Γιάννη Ξέστερνου, δημοσιευμένη στο 6ο τεύχος του λογοτεχνικού περιοδικού “Μουσών”.

 

***

 

Η οδυνηρή γεωγραφία της ενηλικίωσης
Για το βιβλίο του Γιάννη Ξέστερνου,
Ποδήλατο με αερόσακο (Ιωλκός 2025)
του Κωνσταντίνου Λίχνου
 
Η δεύτερη ποιητική συλλογή του Γιάννη Ξέστερνου, με τον οξύμωρο τίτλο Ποδήλατο με αερόσακο (Ιωλκός, 2025), συνιστά μια σπουδή πάνω στη διαψευσμένη υπόσχεση της ασφάλειας. Ο ποιητής, εγκαταλείποντας την ορμητικότητα της πρώτης του εμφάνισης, εισέρχεται σε μια φάση ώριμου αναστοχασμού, χαρτογραφώντας τη μετάβαση από τη συλλογική φαντασίωση της νεότητας στην ατομική ματαίωση της μέσης ηλικίας. Το «ποδήλατο» –σύμβολο της παιδικής ανεμελιάς αλλά και της μοναχικής πορείας- καλείται να επιβιώσει σε δρόμους δύσβατους, αναζητώντας έναν «αερόσακο» που η ίδια η φύση του οχήματος, καθιστά αδύνατο να υπάρξει. Σε αυτό το ειρωνικό έλλειμμα, στο μεταίχμιο ανάμεσα στην ανάγκη για προστασία και την αναπόφευκτη έκθεση στον κίνδυνο, ισορροπεί η ποιητική του Ξέστερνου, διασχίζοντας το ναρκοπέδιο της μνήμης δίχως αερόσακο.
 
Κεντρικός άξονας της συλλογής είναι η απομυθοποίηση της «Αγίας Οικογένειας». Μακριά από την εξιδανικευμένη εστία θαλπωρής, η οικογένεια παρουσιάζεται ως ένας τόπος τραύματος και ηχηρής απουσίας. Στον «Οικογενειακό Κήπο», η ειδυλλιακή βιτρίνα κρύβει μια θηλιά κομμένη και ραμμένη στα μέτρα των μελών της, ενώ ο μανδραγόρας -φυτό με διττή φύση, φαρμακευτική και δηλητηριώδη- αντικαθιστά τα άνθη της παρηγοριάς, υποδηλώνοντας πως η φροντίδα εντός της οικίας συχνά εμπεριέχει τοξικότητα. Η πατρική φιγούρα, είτε ως «προπονητής» που αφήνει την ομάδα στο ζέσταμα («Συνοικέσιο») είτε ως απών ναυτικός («Ζευγίτες Ηλεκτρόνια»), ορίζεται από την έλλειψη. Οι γονείς, δέσμιοι των δικών τους ματαιώσεων και των κοινωνικών συμβάσεων, αδυνατούν να προσφέρουν ουσιαστικό καταφύγιο, μεταβιβάζοντας στα παιδιά τους την κληρονομιά της μοναξιάς. Η κριτική του ποιητή είναι αυστηρή και οξυδερκής. Αναγνωρίζει τη σκληρή πραγματικότητα που μετατρέπει τους ανθρώπους σε «ζευγίτες» της βιοπάλης, και τις συνθήκες της σύγχρονης ζωής που οδηγούν στην αποξένωση, δίχως, ωστόσο, να παραβλέπει και την προσωπική ευθύνη του κάθε ατόμου.
 
Παράλληλα με το οικογενειακό δράμα, ο Ξέστερνος θρηνεί την απώλεια της συλλογικότητας, μεταβαίνοντας από το «εμείς» των καταλήψεων στο «εγώ» της επιβίωσης. Η γενιά που γαλουχήθηκε με τα οράματα της αλλαγής («Μέρες Εγκλεισμού») ξυπνά στα σαράντα της «διαμελισμένη», έχοντας ανταλλάξει την επανάσταση με τη διαχείριση της καθημερινότητας. Η νοσταλγία για την εποχή που η νίκη ήταν «συλλογική» αντιπαραβάλλεται σκληρά με τον σύγχρονο ατομισμό και την πανάκεια της ιδιώτευσης. Στο ποίημα «Βιογραφικό», η ειρωνεία κορυφώνεται και λειτουργεί ως μηχανισμός άμυνας. Η απουσία επαναστατικής δράσης και ρίσκου παρουσιάζεται ως το διαβατήριο για έναν γραφειοκρατικό Παράδεισο με«light ένσημα», υπογραμμίζοντας δια της εις άτοπον απαγωγής πως η ζωή που αξίζει να βιωθεί είναι εξ ορισμού «επικίνδυνη».
 
Ως κορωνίδα και συνάμα κλειδί για την κατανόηση της συλλογής λειτουργεί το καταληκτικό ποίημα, «Η Αθανασία». Εδώ, ο Ξέστερνος συμπυκνώνει αριστοτεχνικά την υπαρξιακή του πρόταση. Η μικρή Αθανασία περιγράφεται αρχικά ως το πρότυπο του «καλόβολου παιδιού»· ενός παιδιού που εκπαιδεύτηκε να μην ενοχλεί, να μην απαιτεί, να διαχειρίζεται τον πόνο και τον φόβο εν κρυπτώ. Αυτή η φαινομενική υποταγή στους κανόνες της οικογενειακής «ησυχίας» ανατρέπεται συγκλονιστικά στην τελευταία στροφή. Το «κοφτερό ψαλίδι» στο κομοδίνο, ένα κειμήλιο από τη γιαγιά ( (συνδέοντας το παρόν με τη ρίζα), δεν είναι απλώς εργαλείο οικιακής οικονομίας, αλλά όπλο επιβίωσης και χειραφέτησης. Η Αθανασία δεν περιμένει πλέον τον ανύπαρκτο «αερόσακο» της γονεϊκής προστασίας. Αναλαμβάνει η ίδια την ευθύνη της λύτρωσής της, «σκοτώνοντας τους εφιάλτες» και κόβοντας τον ομφάλιο λώρο των ψευδαισθήσεων.
 
Το ποίημα αυτό λειτουργεί λυτρωτικά για το σύνολο του βιβλίου. Αν στα προηγούμενα ποιήματα κυριαρχούσε η διαπίστωση της φθοράς και της ήττας, στην «Αθανασία» αναδύεται η ανθεκτικότητα, και ο πολιτικός σχολιασμός παρουσιάζεται φιλτραρισμένος μέσα από το προσωπικό βίωμα. Είναι η στιγμή που η θηλιά του «Οικογενειακού Κήπου» κόβεται, και το υποκείμενο ενηλικιώνεται βίαια αλλά ουσιαστικά. Η «Αθανασία» δεν είναι απλώς ένα όνομα, αλλά η διεκδίκηση της διάρκειας μέσα από την αυτονομία.
 
Συνοψίζοντας, η ποιητική συλλογή Ποδήλατο με αερόσακο αποτελεί ένα έργο που ισορροπεί ανάμεσα στη μελαγχολία της απώλειας και την ανάγκη για επαναπροσδιορισμό. Ο Γιάννης Ξέστερ-νος, με γλώσσα λιτή, χαμηλόφωνη, αλλά καίρια, μας υπενθυμίζει πως αφού δεν υπάρχουν αερόσακοι για τις πτώσεις, οφείλουμε να κρατάμε τα δικά μας ψαλίδια. Η ποίησή του δεν προσφέρει παρηγορητικά χάδια, αλλά την αιχμηρή αλήθεια μιας γενιάς που έμαθε να επιβιώνει, μετατρέποντας τα τραύματά της σε παράσημα μιας σιωπηλής, προσωπικής νίκης.

 

 

 

 

Κλείσιμο
Κλείσιμο
Καλάθι (0)

Κανένα προϊόν στο καλάθι σας. Κανένα προϊόν στο καλάθι σας.