Κριτική του Απόστολου Θηβαίου για τη νουβέλα «Οι Ανώνυμοι» του Γιώργου Πισσάνη, δημοσιευμένη στο περιοδικό Literature.
***
Προχώρησε προς το ταμείο. Είχε στο πρόσωπό του ένα χαμόγελο άλλο πράγμα. Πήγαινε καιρός που γύρευε ένα βιβλίο να του κάνει και είχε χάσει όλες του τις ελπίδες. Οι πωλητές τον κοιτάζανε με υποψία, μερικοί είχαν γίνει φίλοι μαζί του και τον καλημέριζαν. Άλλοι δεν έδιναν σημασία καθώς μπλεκόταν μες στα πόδια τους, πάντα πρώτος όταν ξεσφραγιζόταν κάποιο κιβώτιο με τη μυρωδιά του καινούριου βιβλίου. Άλλη μια ελπίδα για τον κόσμο και τη φαντασία του που κρίθηκε ανεπαρκής για να στηρίξει την αλήθεια. Τώρα τα σκήπτρα περνούν στον πιο άκρατο παραλογισμό. Μα αυτό είναι μια άλλη ιστορία που γράφεται όσο εμείς μιλούμε.
Ακούμπησε το βιβλίο στον πάγκο, πρόσθεσε δυο σελιδοδείκτες της αρεσκείας του. Καμιά φορά χρειάζεται και ο εαυτός μας λίγη καλοπέραση, συλλογίστηκε και ευθύς το μετάνιωσε. Μα ήταν αργά. “Οι Ανώνυμοι”, εκδόσεις Ιωλκός, βρίσκονταν κιόλας μες στην πλαστική σακούλα που κυκλοφορεί ευρέως στην παρανομία, ακόμη και αν καταδικάστηκε με οικολογικές ντιρεκτίβες. Η πωλήτρια δεν έδωσε την παραμικρή σημασία στην αθώα χαρά του.
Για εκείνη ήταν ένας ανώνυμος όπως οι ήρωες μες στις σελίδες του βιβλίου των εκδόσεων Ιωλκός που επαναφέρει στο προσκήνιο την υποβλητικά αυθεντική γραφή του Γιώργου Πισσάνη. Για εκείνους που θυμούνται τα ετήσια βραβεία Γιάννη Βαρβέρη θα είναι εύκολο να ανακαλέσουν στη μνήμη τους τον Ελαιοχρωματιστή, την πρώτη ποιητική συλλογή του δημιουργού το 2022. Έκτοτε ο μεταφρασμένος ήδη στα ισπανικά συγγραφέας θα επανεμφανιστεί με τη νουβέλα “Οι ανώνυμοι”.
Άνθρωποι σαν τον τύπο της ιστορίας του γκισέ που κανείς δεν θα μάθει το όνομά του ή κάτι για τις πληγές του που είναι ανθρώπινες πολύ και μοιάζουν με τις δικές σου. Χαρακτήρες που ξεπερνούν τα όρια της φιγούρας και πρωταγωνιστούν μες στις βιογραφίες τους, περνώντας με κάθε χτύπο της καρδιάς τους σε μια άλλη εποχή. Μετέωροι ανάμεσα στο παρόν και τη μνήμη, διανύοντας κάθε εξοντωτικό απομεσήμερο την ίδια απόσταση ως τον εαυτό τους, χαρακτήρες μυθιστορηματικοί μες στο ίδιο τους το έργο με την αυτοκρατορική σημαία τους όλο ξέφτια να διαβαίνει. Με τη μοναξιά τους πάντα παρούσα, απροσμέτρητη, να βρίσκουν λέει μέσα της άσυλο οι ψυχές. Οι μορφές του Πισσάνη παραμένουν κάτι βαθύτατα εσωτερικό μες στο έργο και έτσι κρατούν όρθια τα όνειρά τους. Βαδίζουν με τ’αγκάθι στο πόδι, με το τζιν τους λερωμένο με σοκολάτα και καπνό, με το παρελθόν του Βακαλόπουλου, ντυμένο την κουκούλα του προδότη να τους φοβερίζει. Με τους έρωτες ανεκπλήρωτους και τις καριέρες τους καλά στερεωμένες. Πίσω τους, στα χρόνια που τους διαμόρφωσαν ένα κοπάδι από λύκους και λιοντάρια. Και μια μυρωδιά γοητείας που κατορθώνει ο συγγραφέας με την ατμόσφαιρα να μοιράσει σιωπηρά σε εκείνον που ανώνυμα και διακριτικά πλησιάζει τη χαρτόδετη έκδοση του Ιωλκού.
“Τρεις Ιστορίες τόσο ξεχωριστές, όσο και μπλεγμένες μεταξύ τους, τόσο αληθινές, όσο ανώνυμοι είναι και οι πρωταγωνιστές τους. Θα τους συναντήσεις παντού”, γράφει στο οπισθόφυλλο της έκδοσης, “από τις καφετέριες ως τα δικαστήρια, από τα εστιατόρια ως τα πανεπιστήμια και από την αλλόκοτη φαντασία του συγγραφέα ως τις σελίδες τούτου του βιβλίου” συμπληρώνει ο συντάκτης, πριν από αυτό το πανηγυρικό, σχεδόν αδερφικό, “Ανώνυμοι ήρωες, σας χαιρετώ”. Είναι οι απλοί άνθρωποι με τις μικρές τους πράξεις, οι άνθρωποι που κατοικούν την αλήθεια της ζωής τους και όταν δεν ονειρεύονται πεθαίνουν αργά και μεθοδικά. Είναι οι απλοί άνθρωποι του αυτόχειρα Γουάλας που μαθαίνουν μέρα τη μέρα, στιγμή τη στιγμή να σκέφτονται, να μεταφράζουν τον κόσμο, να φυγαδεύουν την αλήθεια του καταθέτοντας τις ιστορίες τους που καθώς φτάνουν από χίλιους δρόμους στις καρδιές μας. Ίσως κάπου να πρωταγωνιστούμε και εμείς, μαριονέτες μες στην πένθιμη πολιτεία που δεν την ομορφαίνουν τα μοντέρνα και δυσεπίλυτα αρχιτεκτονήματα των ανοιχτών χώρων. Η πρωτόγονη και ιερή ζωή, αυτή η ιστορία που γράφεται εντός μας, ένα αφήγημα που δεν θα θυμάται κανείς, αυτή είναι που πρωταγωνιστεί μες στις εκδοχές των τριών ιστοριών.
“Τρεις ιστορίες ξεχωριστές” σημειώνει ο συγγραφέας στο επίμετρό του. Τρεις ιστορίες τόσο αληθινές όσο ανώνυμοι ήσαν και οι πρωταγωνιστές τους. Αν γύριζα ταινία”, γράφει ο Γιώργος Πισσάνης, “θα άνοιγα το πλάνο και με μια περιστροφή της μηχανής θα έδειχνα όλο το σκηνικό με τα φώτα, τα μικρόφωνα, τις κάμερες, τους τεχνικούς και τους ηθοποιούς”. Είναι το ανθρώπινο εργαστήρι με τις ατυχίες, τις συγκυρίες, τις ευτυχισμένες στιγμές του και με την αστείρευτη δυστυχία του που κυκλοφορεί σαν αίμα μες στις φλέβες του βιβλίου. Γιατί είναι ολοζώντανες οι ιστορίες του και κυρίαρχο το κοινό και το οικείο μέτρο των πραγμάτων. Ο συγγραφέας ξέρει να μικραίνει τις διαστάσεις της ζωής, να κάνει το σχήμα της όσο φιλικό πρέπει για να χωρέσει μες στο βιβλίο του. Και έπειτα να τ’αφήσει να ξεχυθεί στις σελίδες, σαν να πρόκειται για το νερό που κυλάει υπόγεια κάτω από την πιο γοητευτική λογοτεχνία μας. Οι ιστορίες του Πισσάνη συνιστούν τ’αφήγημα της ψυχής που προχωρεί μες στον κόσμο για να μάθει να γνωρίζει τον εαυτό της. Αναζητά τις περιπέτειες για να δοκιμαστεί και μέσα από αυτή τη δοκιμασία να ανακαλύψει την ιδιαίτερη ουσία της. Αυτή η παθητικότητα των ηρώων μες στην ίδια τους τη ζωή, τότε και τώρα, διαμορφώνει την ατμόσφαιρα του έργου. Άνθρωποι που περπατούν με το φως του Καμύ στις πλάτες τους. Ο Γιώργος Πισσάνης τους κοιτάζει κατά πρόσωπο, τους ονομάζει με τις λέξεις του, χτίζοντας χώρους φαντασίας για να κατοικήσει η πραγματικότητα.
Στο εξώφυλλο σκιές στον πάγο ή αλλιώς το έργο της Αλεξίας Κουδιγκέλη που καθιστά τόσο ξεχωριστή την έκδοση του Ιωλκού από μια άλλη πλευρά. Όλα διαμορφώνουν τη δεύτερη περίσταση ή καλύτερα αφορμή, για να γνωρίσουμε από την αρχή τον συγγραφέα Γιώργο Πισσάνη. Οι άνθρωποι μες στις σελίδες του θυμίζουν αγγέλους που έχουν ξεπέσει. Και ο συγγραφέας διαλέγει να τους δώσει ζωή, να τους χαρίσει λίγη αγάπη. Και όλα ετούτα δίχως να στερεί από αυτούς την πυκνή ουσία που ερμηνεύεται μες στη γραφή του. Έτσι που να δικαιώνεται ο Ερνέστο Σαμπάτο όταν έλεγε πως η πεζογραφία δεν συνιστά παρά προϊόν της ψυχής, περισσότερο από όσο γέννημα του καθαρού πνεύματος. Πρόκειται για μια μεγάλη μεταφορά που στερεώνεται πλάι στη ζωή, την καθρεφτίζει. Μες στο βάθος της, εκεί που δεν τολμάει η καρδιά ή το πνεύμα, φτάνει η λογοτεχνία, για να εξηγήσει πώς αυτό το υλικό που αφθονεί σε παζάρια και συνοικίες και διαμερίσματα, σε τραγούδια και ταινίες, δένεται μες σε ένα σύνολο που σήμερα ονομάζουμε κόσμο δικό μας Ο συγγραφέας αντλεί από τη φυσικότητα των πραγμάτων και αυτή μας ανταποδίδει.
Θα ‘θελα να γυρίσω στην ιστορία. Να σας πω πως εκείνος ο άνθρωπος που βρήκε τον εαυτό του στο βιβλίο του Πισσάνη, χάθηκε όπως ακριβώς εμφανίστηκε. Στα περιθώρια της ιστορίας που αφήνεται να πλατύνει φυσικά, όπως οι όχθες ενός ποταμού με το πέρασμα του καιρού. Κανείς δεν τον ξαναείδε και ίσως, μόλις διάβηκε τη γωνιά του δρόμου, να γλίστρησε κάπου ανάμεσα στις λέξεις που συνθέτουν σήμερα τρεις ιστορίες δίχως κλειδιά, μικρά αινίγματα με άπειρες δυνατότητες ανώνυμα, να διευρύνουν λέει τα όρια της πραγματικότητας.
Προτιμώ ένα πόστο ανάμεσα στα λάδια του εξωφύλλου, στις δίχως χαρακτηριστικά σκιές. Προτιμώ να με συναντήσω μες στις ιστορίες, να μάθω τι πάει να πει να’μαι άνθρωπος. Και αυτό με τη λογοτεχνία που κλέβει από τον καθημερινό μας θάνατο κάτι μικρό και πανάκριβο. Που στέκει στα βάθη της ρυτίδας και μας παρηγορεί για το τρόπαιο που το πήρε για πάντα ο χρόνος. Κάπου εκεί πάντα το ακατάβλητο επιχείρημα της ανθρωπότητας, ο πόνος, να γράφει μικρές και μεγάλες ιστορίες. Ο συγγραφέας μες στον άνεμο του καιρού του, προλαβαίνει να συλλαβίσει κάτι από έναν καιρό που μέχρι να ανοιγοκλείσεις τα μάτια θα τεθεί κιόλας εκτός κυκλοφορίας. Η λογοτεχνία του Γιώργου Πισσάνη κάτι κρατεί ζωντανό από την πρώτη του εμφάνιση ως σήμερα που “Οι ανώνυμοι” των εκδόσεων Ιωλκός κερδίζουν δικαιωματικά τις εντυπώσεις στα ράφια των βιβλιοπωλείων, ανάμεσα στις πολυάριθμες εκλεκτές εκδόσεις.
Πηγή | Copyright: Literature | Απόστολος Θηβαίος