Κριτική του Απόστολου Θηβαίου για την ποιητική συλλογή «Ο Αϊ-Λαυρέντης κάποτε» της Μέλλως Αγορίτση-Καλομέρα, δημοσιευμένη στο περιοδικό Literature.
***
Σε κάποιο ταξιδιωτικό κείμενο, από αυτά που μας κάνουν ευθύς να θέλουμε να κινήσουμε για νέους προορισμούς, διάβασα για τον Άγιο Λαυρέντιο. Το μικρό χωριό κόσμημα, σκουλαρίκι σαν να λέμε του βουνού. Με πέτρινα καλντερίμια, ντουρσαμάδες φαγωμένους από τα βήματα. Πόσοι και πόσοι δεν πέρασαν από εδώ μια άνοιξη, με ένα κλωνάρι συγνώμης στο πέτο, με μπλεγμένα χόρτα στο βολάν του φορέματος τους, εκείνα τα πρώιμα κορίτσια, Καρυάτιδες πια του χρόνου.
Χτισμένο λέει από βενεδικτίνους μοναχούς τον 14ο αιώνα. Λόγω της απομονωμένης θέσης του, ο μικρός οικισμός του τότε αναδείχτηκε σε ένα μικρό, αυτόνομο οικονομικό σύμπαν. Κάπως έτσι στερεώθηκε και ύστερα, με μια έμφυτη αστική συνείδηση ο ντόπιος πληθυσμός μετέφρασε αριστοκρατικά τη συνήθεια της ζωής. Την στόλισε με γιορτές και με περιστάσεις, τη χώρισε σε εποχές και την αγάπησε.
Έτσι την παρέδωσε από γενιά σε γενιά για να φθάσει ίσαμε την Μέλλω Αγορίτση – Καλομέρα, τη λογοτέχνιδα που υπογράφει την συλλογή έμμετρων αναμνήσεων των εκδόσεων Ιωλκός. “Ο Άι – Λαυρέντης κάποτε” τιτλοφορείται αυτό το αφιερωματικό εγχειρίδιο μνήμης και αγάπης από την διακεκριμένη δημιουργό. Μια αδιάσπαστη ωδή από όλα όσα συνέθεσαν το παρελθόν. Με τη χάρη του θαυμαστού που αρκεί μια βαθιά ψυχή για να φανερωθεί, ριζωμένη στο μεταφυσικό του τόπου της καταγωγής της. Με τούτη τη σπουδή για αφετηρία της η καταξιωμένη συγγραφέας κομίζει το δικό της φυτολόγιο. Ριζόχαρτο και από μέσα η παλιά ζωή, θυμάστε; Έτσι και εκείνη, έχει κρύψει εκεί μέσα λογιών φύλλα και καρπούς. Τα φυλάει από το χρόνο και να που μια φορά και έναν καιρό μεταμορφώνονται σε εξώφυλλα φθινοπωρινών συλλογών.
Κάθε τέτοια εποχή τα βιβλία έρχονται και σε βρίσκουν. Κουβαλούν στις πλάτες τους το καλοκαίρι. Με τις πρώτες βροχές ξεπλένονται από τη σκόνη οι λέξεις και ευθύς τα βιβλία για όσους τα αγαπούνε, ζωντανεύουν. Σαν να ‘ρχονται από έναν ορίζοντα μακρινό, κάτι τα επαναφέρει στη ζωή ευθύς σαν αφεθείς στη μοίρα τους. Να, κοίταξε, οι δρόμοι του Άι Λαυρέντη, του χωριού της. Εδώ το πέτρινο σπίτι με τις περικοκλάδες, ψηλά τα κυπαρίσσια. Μια ηχώ έρχεται μες στην ερημιά που ζεις και σε χαϊδεύει. Έτσι το ‘γραψε ο Ματθαίος Μουντές, έτσι το καταθέτει και αυτό το σημείωμα από τούτο το βήμα. Ήταν τότε ο καιρός μια φρόνιμη κυρά με γαλάζια μπόλια, ήταν άγρια τα χρόνια, δύσκολοι οι καιροί μα υπήρξε ένας δεσμός με το προγενέστερο που μεταφραζόταν σε δίδαγμα και στάση ζωής. Αυτή η ελληνικότητα που δεν σχετίζεται με ινδάλματα και ιδεοληψίες, αυτή ακριβώς είναι που σώνεται σαν το νεράκι της πηγής που στέρεψε. Με αυτό το παρελθόν ξεδιψά η Μέλλω Αγορίτση – Καλομέρα κλίνοντας το γόνυ εμπρός στον Άγιο.
Μα δεν είναι μια μορφή απόκοσμη αυτή που δοξάζει κάθε μια από τις εικονογραφίες της δημιουργού. Είναι η νιότη, με τα κελαηδίσματα της που τα συλλαμβάνει ένας Θεός ξέρει, με τι τρόπο ο ρυθμός ο ποιητικός, με τι σόι ξόβεργες. Σαν τους παλιούς αφηγητές δεν αφήνει τίποτε ασχημάτιστο μες στη συνείδησή της. “Οι ανεμώνες, τα κανίσκια με τις μοβ στολές τους”, “οι ποδιές ρίγανη και θυμάρι”, όλα βρίσκουν μια θέση στην θαυμαστή αναπαράσταση. Ο αναγνώστης, είτε συμμερίζεται την ομορφιά του τόπου και των στιγμών του, είτε μονάχα να τις φανταστεί μπορεί, αφήνεται σε μια εικονική αφήγηση που ξεδιπλώνεται με κάθε λεπτομέρεια από σελίδα σε σελίδα. Έρχεται η ανάμνηση σαν γλυκιά γαλήνη, να πει ψιθυριστά το τραγούδι της. Η νοσταλγία, αυτός ο ανίκητος πόνος της ζωής τη στρέφει στα περασμένα. Μα όχι για την παρηγοριά, όχι για αυτό που τόσο φθηνά προσφέρεται. Μα για την ομορφιά που τόσο ακριβά πληρώνεται στον κόσμο, μα για τον έρωτα με τον κόσμο που μόνον αυτός υπάρχει στο πιο απροσμέτρητο βάθος. Εκεί που βρίσκει η ποίηση κοιτάσματα, χρωματισμούς σπάνιους που μπορούν και διαπερνούν τα μάτια του ζωγράφου, τ’αλαφρό πέταγμα του πουλιού.
Σε αυτές τις πηγές στρέφεται η ποιήτρια, που κερδίζει αυτήν την ιδιότητα, όχι για το έργο και τις περγαμηνές της που ήδη την καταξιώνουν ανάμεσα στους ομότεχνούς της. Μα γιατί η δική της αφοσίωση, ο βαθύτατος δεσμός της με τη μνήμη, με τους ανθρώπους και τα τοπία διαμορφώνουν ένα είδος εσωτερικού πια σύμπαντος, απείραχτου από κάθε μικρότητα, γεμάτου από το πιο καθαρό φως. “Κάποιος έβαλε μέσα μου έρωτα ζωής, παράφορο” αναφωνεί ο Νίκος Δήμου και είναι με τούτα τα λόγια που μπορεί κανείς να προσεγγίσει την αφιερωματική αυτή συλλογή. Πρόσφορο για την παλιά ζωή, φωνές λυρικές που ανασυνθέτονται μες στην συνείδηση της δημιουργού, αρχαία βροχή από τα κεραμίδια και από τα αετώματα πάνω στο γύψινο τέμπλο του χρόνου. Εμπρός άβυσσος μυριστική, βουνό των θεών και των ανθρώπων, χώρα του Θεόφιλου και των νυμφών, ξεδιπλώσου μες στα ρυθμικά ξεσπάσματα. Και έπειτα, τι πικρά και ειλικρινά εκείνα τα “μου λείπουν”, σαν τάχα πίσω από τη θλίψη να υπήρξε ένα οργανωμένο όραμα.
Είναι ο Άγιος Λαυρέντιος, το νησί που έριξε ο Ελύτης στο βυθό, μια ηχώ για να κοιτάζεται κάθε πρωί. Αυτό διαλέγει η κυρία Αγορίτση – Καλομέρα που ήδη μετράει έξι εκδόσεις. Στις εκδόσεις Ιωλκός θα βρει την τρυφερότητα που επιβάλλει η κατάθεση ενός τόσο προσωπικού έργου αλλά και τη φροντισμένη επιμέλεια που ποτέ δεν στερούνται οι εκδόσεις του αθηναϊκού κέντρου. Σαν ζωντανό, το φύλλο του εξωφύλλου που επιμελείται ο Δημήτρης Κουρκούτης, παρασύρεται από τον άνεμο. Και ο αναγνώστης από την ομορφιά του τοπίου, από τη νοσταλγία που σιγοκαίει στο βάθος του φαραγγιού απρόσμενα, κατανυκτικά. Σαν το παιδί, η δημιουργός φωνάζει τον κόσμο της για να μην χαθεί, να μην ξεμακρύνει από αυτό που σήμερα πενθεί. Και όμως, κάτι παραμένει ζωντανό, ένα ελεύθερο πλεόνασμα κατοικεί μες στην πληθωρική καρδιά, αυτή που ξέρει τις λέξεις, που διαθέτει την πρόθεση να πλησιάσει κάτι από το στοιχείο του αιώνιου και του άχρονου.
Κανείς δεν μπορεί να μείνει για πάντα στην Εδέμ. Αργά ή γρήγορα θα πρέπει να ριχτεί μες στον κόσμο, να ζήσει θα πρέπει. Όσο για την ποίηση, εκείνη θα την βρει κανείς, αν τάχα είναι προσεκτικός. Θα την βρει μες στη μοναξιά της, μια κατευνασμένη δυνατότητα, μια αφορμή για να κρατηθεί όρθια η φαντασία, να βρει δρόμο να περάσει το νοούμενο, να διαβεί λέει το σύνορο του αισθητού. Θα την βρει στην ομορφιά ενός καιρού, όπως η ποιήτρια των εκδόσεων Ιωλκός. Θα την βρει κάθε που διαλέγει με τις λέξεις μια εξορία ηθελημένη. Είναι οι γωνιές που φωτίζονται, οι στιγμές που μεγαλώνουν όπως στις κινηματογραφικές οθόνες, είναι το πλάτος πρωτίστως της αγάπης που κοχλάζει.
Κοιτάζω τις φωτογραφίες από τα πέτρινα καλντερίμια του Άι Λαυρέντη. Φαντάζομαι πως κάποτε από εκεί πέρασε ένας τεχνίτης, κάποιος που ζωγράφιζε λέει μουσική. Μου αρέσει ετούτη η φράση του Ρίλκε. Μου ταιριάζει για στίχους και λέξεις που τείνουν στο προσωπικό και έτσι χύνονται στο πέλαγο της ποίησης. Για τους ανθρώπους μου ταιριάζει που αφήνουν τα πράγματα να σημαδέψουν τις ζωές τους, για αυτούς που αγαπούν, που υπηρετούν το πάθος του λόγου και τη δίψα των αισθήσεων. Μου ταιριάζει για τη συλλογή “Ο Άι Λαυρέντης κάποτε” της Μέλλως Αγορίτση -Καλομέρα. Από τις εκδόσεις Ιωλκός βιβλία που ‘ρχονται με το φθινόπωρο τρυφερά να μας μιλήσουν.
Πηγή | Copyright: Literature | Απόστολος Θηβαίος