Ο Νίκος Μπελιάς σε μία «Εκ βαθέων» συνέντευξη με το περιοδικό Literature, με αφορμή την πρόσφατη έκδοση της ποιητικής του συλλογής «Οι πλευρές της αγωνίας».
***
Για ποιο λόγο ασχοληθήκατε με τη γραφή;
Στη γραφή όσο παράδοξο και αν ακουστεί ήταν η ζωγραφική που με οδήγησε. Θαύμαζα το πώς οι ζωγράφοι μπορούσαν να αποτυπώσουν σ’ ένα κομμάτι χαρτί εικόνες που ζούσαν ή φαντάζονταν και ενώ αυτό ήταν πέρα από τις δυνατότητές μου, άρχισα εικόνες που έβλεπα ή δημιουργούσα νοητά και δεν μπορούσα να ζωγραφίσω, να τις περιγράφω με όμορφες λέξεις φτιάχνοντας κείμενα και εκθέσεις που οι δάσκαλοί μου εκτιμούσαν και με τη παρότρυνση τους συνέχισα να γράφω και έως σήμερα δεν το εγκατέλειψα. Η σχέση μου με το γράψιμο παραμένει ζωντανή. Δεν ήταν κάτι που προέκυψε από συνειδητή επιλογή. Συνέβη και από όλα τα είδη γραφής η ποίηση είναι που με κέρδισε.
Πόσο εύκολη ή δύσκολη είναι η συγγραφή για εσάς;
Η αναζήτηση της κατάλληλης λέξης, μέσω της άσκησης του γράψε σβήσε, ωσότου η κάθε λέξη βρει τη σωστή θέση για να σταθεί το «λογοτεχνικό οικοδόμημα» είναι μία διαδικασία αρκετά επίπονη και επίμονη. Παρ’ όλη τη δυσκολία του, αυτό το εγχείρημα παραμένει για μένα ένας γλυκός παιδεμός που μαζί με την αίσθηση ελευθερίας και λύτρωσης που νιώθω κατά τη συγγραφή, αποτελούν τους λόγους που τη συνεχίζω με μικρές ενδιάμεσες παύσεις.
Μοιραστείτε μαζί μας τη στιγμή που αποφασίσατε να γράψετε το πρώτο σας βιβλίο.
Η απόφασή μου να μοιραστώ τις ανησυχίες μου με περισσότερο κόσμο από όσο χωρούσε το σαλόνι του σπιτιού μου, ήρθε σε μία περίοδο που οι σκέψεις μου ασφυκτιούσαν μέσα μου και ένιωθα να μεγαλώνει η ανάγκη να τις εξωτερικεύσω. Την ίδια περίοδο σε μία συγκεκριμένη βραδιά οι πολύ θετικές αντιδράσεις οικείων και φίλων όταν διάβασα αποσπάσματα από τα γραπτά μου, έγιναν η ώθηση για να δώσω ζωή στο υλικό οποίο ξεκουραζόταν στο συρτάρι μου και έτσι γεννήθηκε η πρώτη μου ποιητική συλλογή.
Ποιος είναι ο πρώτος άνθρωπος που διαβάζει το βιβλίο σας όταν το τελειώσετε:
Παρ’ ότι λόγω ανασφάλειας και άγχους κάνω εγώ όλες τις ενδιάμεσες αναγνώσεις χωρίς να εξαιρώ την τελευταία των διορθώσεών μου, ο πρώτος ουσιαστικά αναγνώστης και κριτής μου από τη στιγμή που θα βάλω, όπως εγώ την ονομάζω, τη μεγάλη τελεία, είναι η σύζυγός μου.
Εμπεριέχουν οι ήρωές σας ένα κομμάτι του εαυτού σας και σε ποιον βαθμό;
Υπάρχουν βιωματικά στοιχεία. Εμπεριέχομαι ως έναν βαθμό. Δεν είμαι όμως εξ ολοκλήρου εγώ η πηγή της έμπνευσης από την οποία προέρχονται οι αφανείς, επιτρέψτε μου να πω εγώ, ήρωες στην ποίησή μου.
Απευθύνεστε σε συγκεκριμένο πρόσωπο όταν γράφετε ένα βιβλίο;
Κινούμαι εντελώς ελεύθερα όταν γράφω και περισσότερο εκφράζομαι παρά απευθύνομαι. Έχει υπάρξει όμως γράφοντας, να σκεφτώ συγκεκριμένο πρόσωπο. Ακόμα να απευθυνθώ και σ’ εμένα τον ίδιο. Να ξεκινήσω έναν εσωτερικό διάλογο σχεδόν θεραπευτικό. Γενικά δεν επιλέγω εκ των προτέρων να απευθυνθώ σε ένα πρόσωπο και αυτό διότι δεν γράφω για συγκεκριμένο παραλήπτη.
Έχετε αγωνία για τις αντιδράσεις των αναγνωστών σας;
Οι αντιδράσεις των αναγνωστών μου με ενδιαφέρουν. Δεν θα έλεγα όμως ότι είναι καθαρή αγωνία. Περισσότερο είναι ένα μείγμα που αποτελείται από μία δόση αγωνίας και από μία δόση περιέργειας και αφορά στις εντυπώσεις που θα τους έχει δημιουργήσει το βιβλίο μου. Όπως έχει ειπωθεί, επειδή το ποίημα που ποιητή δεν είναι το ίδιο με των αναγνωστών, μ’ ενδιαφέρει να μάθω τις απόψεις τους. Από τη στιγμή που τα ποιήματά μου ταξιδεύουν μακριά από εμένα, είμαι δεκτικός στην οποιαδήποτε κριτική ελπίζοντας οι αναγνώστες να βρουν κάποιο νόημα σε αυτά, να αναγνωρίσουν κάτι δικό τους και οι στίχοι μου να γίνουν το μέσον για να συναντηθούμε. Αυτό το μαγικό είναι που επιδιώκω.
Πόσο τολμηρός είστε στη γραφή σας; Θέτετε περιορισμούς στον εαυτόν σας λόγω κοινωνικών συμβάσεων;
Η γραφή μου αντιπροσωπεύει καθ’ ολοκληρία εμένα και τις αξίες μου. Δεν υπηρετεί το κοινωνικά αποδεκτό ούτε προσπαθώ να γίνω αρεστός. Στον τρόπο και τόνο όπως και στις λέξεις που επιλέγω να εκφραστώ δεν κάνω εκπτώσεις και ουδέποτε μπήκα σε διαδικασία αυτολογοκρισίας λόγω κοινωνικών συμβάσεων. Είμαι υπέρ της ελευθερίας της έκφρασης.
Από τι πάσχει κατά τη γνώμη σας η ελληνική λογοτεχνία;
Η ελληνική λογοτεχνία πάσχει από έλλειψη πρωτοτυπίας; Πάσχει λόγω ελαστικών κριτηρίων στην αξιολόγηση των έργων; Δεν διδάσκεται με το σωστό τρόπο ώστε να γίνει ελκυστική; Τα στεγανά; Το χάος στο διαδίκτυο; Ή γιατί δεν διαβάζουμε σαν λαός;
Θεωρώ ότι κάποια από τα παραπάνω ισχύουν. Παρ’ όλα αυτά πιστεύω ότι η ελληνική λογοτεχνία μπορεί να υπερβεί τα όρια ενός μυημένου κοινού που παραμένει περιορισμένο. Είναι θετικό ότι υπάρχουν νέοι συγγραφείς και όχι μόνον ηλικιακά νέοι. Επιτρέψτε μου εδώ να κάνω ειδική αναφορά στην ποίηση διότι αναλογιζόμενος πως οι μόνοι Έλληνες που βραβεύθηκαν με Νόμπελ είναι ποιητές αλλά το αναγνωστικό κοινό της ποίησης παραμένει μικρό, είναι προς προβληματισμό. Έχω όμως την εντύπωση ότι τελευταία κάτι αλλάζει στην λογοτεχνία. Εκτός από το ένδοξο παρελθόν της που συνεχίζει να εμπνέει και να φωτίζει το παρόν, έχει εμφανιστεί μία νέα γενιά συγγραφέων και ποιητών που προδιαγράφει για ένα ελπιδοφόρο μέλλον. Παραμένω αισιόδοξος.
Ποια ήταν η αφορμή για το τελευταίο σας βιβλίο;
Η αφορμή για να γράψω τη συλλογή «Οι πλευρές της αγωνίας» από τις εκδόσεις Ιωλκός ήταν η ανάγκη να εκφράσω σκέψεις μου που αφορούσαν στην αγωνία, στο άγνωστο, στο στρες, στην κούραση, στον πόνο και στην αβεβαιότητα που γεννιούνται στο δυσμενές και άγονο περιβάλλον που ζει ο άνθρωπος, και τον ακολουθούν κατά την επίπονη προσπάθεια της επιβίωσής του, τον εγκλωβίζουν σε αυτό, τον φθείρουν ψυχολογικά, και τον εμποδίζουν στην αναζήτηση της ευτυχίας του.
Πηγή | Copyright: Literature