Κριτική της Ελένης Κωβαίου για την ποιητική συλλογή «Και του πουλιού ο εσπρέσος» (εκδόσεις Ιωλκός, 2023), του Δημήτρη Παπαδάκη, δημοσιευμένη στο εξαιρετικό Fractal.
«Μια ιδιοφυής ενορχήστρωση των λέξεων ώστε να επιτευχθεί ο συντονισμός τους με την αισθητική ιδιοσυγκρασία του αναγνώστη»
Γράφει η Ελένη Κωβαίου // *
Τον Δημήτρη Παπαδάκη τον πρωτογνώρισα ως φέρελπι μεταπτυχιακό φοιτητή της γλωσσολογίας και πάλαι ποτέ εργαζόμενο στο –ενδιαφέρον για τις δικές μου προσλαμβάνουσες– πρόγραμμα καταλογογράφησης των βιβλίων της ιστορικής Βιβλιοθήκης της Χάλκης, υπό την εποπτεία του βιβλιολογικού εργαστηρίου Φίλιππος Ηλιού, δηλαδή των μαίτρ της καταλογογράφησης σπάνιου υλικού. Κι αργότερα, πάλι ως εργαζόμενο, είχα την τύχη να τον ξανασυναντήσω σε άλλα προγράμματα που έτρεχε τότε η Βιβλιοθήκη σε συνεργασία με άλλους φορείς κι έτυχε να βιοπορίζεται κι ο ίδιος. Ιδιαίτερα προσηνής και ευχάριστος, με το ματάκι σπιρτόζο και παιγνιδιάρικο, μου ενεχείρισε τον Δεκέμβρη που μας πέρασε για τη βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου Κρήτης την πρώτη ποιητική του συλλογή με τον εκσυγχρονιστικό τίτλο: «Και του πουλιού ο εσπρέσος», ανατρέποντας το «Και του Πουλιού το γάλα» που θα περίμενε ν’ ακούσει τ’ αυτί και να δει το μάτι μου. Αυτή η πρώτη διασκεδαστική έκπληξη με έκανε να κοντοσταθώ στην ποιητική συλλογή του. Άλλωστε οφείλω να ομολογήσω ότι αγαπώ ιδιαίτερα τη λογοτεχνία που γράφεται με χιούμορ, που σου κλείνει το μάτι, παίζει μαζί σου, σε κάνει να χαμογελάς και σε παρηγορεί δι’ αυτής της οδού.
Έτσι, διάβασα την ποιητική συλλογή του Δημήτρη Παπαδάκη μονορούφι, –αν και όχι λάτρης του καφέ θεριακλείδικου, γαλλικού, ιταλικού ή έστω ντεκαφεϊνέ. Και είν’ αλήθεια ότι γοητεύτηκα από τα καλοδιαλεγμένα ποιητικά χαρμάνια που ο νεαρός ποιητής ανακάτευε διαρκώς για να κινητοποιήσει το μυαλό και τη συγκίνηση του αναγνώστη του. Άψογα σερβιρισμένα ποιήματα, 20 τον αριθμό, στεγασμένα σε ενότητες κατά το πώς είθισται να απολαμβάνει καθείς το καφεδάκι του, ακολουθώντας τους νεοτερισμούς και τις μόδες επί του καφέ της εποχής μας, είτε εμμένοντας στον πατροπαράδοτο ελληνικό-turk kahvesi.
Ευφάνταστοι, ευρηματικοί τίτλοι, συχνά απότοκοι μιας πειραγμένης διαλογικότητας, όπως: «Εν αρχή ην το χαρμάνι», «Οι σχέσεις είναι χρήμα»,
«Η γλώσσα είναι κοινόχρηστη όχι κοινόχρηστα», «Δεν ελπίζω σε καλύτερα παρελθόντα», «Νομιμοποίηση του μελομακάρονου σε κάθε εποχή», ανοίγουν διαρκώς την όρεξη να γευτείς το ποίημα που έχεις μπρος στα μάτια σου και να προχωρήσεις με οξυμμένη την περιέργεια και το ενδιαφέρον και στο επόμενο μέχρι να φθάσεις στο τελευταίο κι από εκεί να θελήσεις να τα ξαναπολαύσεις περισσότερο υποψιασμένος πάλι και πάλι.
Η αφιέρωση που εμπεριέχει η συλλογή: «Σ’ όλα τα χέρια που συγγράφουμε μαζί.
Σε κάθε ήρωα της ζωής
Στους δικούς μου ανθρώπους
Στον Λουκά και τον Άλκη»
υποδεικνύουν, όλους τους φορείς που ενεργοποιούν την ποίησή του. Σε διαρκή διάλογο με τη λογοτεχνία, ανοιχτός στο κοινωνικό γίγνεσθαι, επηρεαζόμενος από τις διαπροσωπικές του σχέσεις και τον στενό κύκλο των φίλων του, συνέθεσε ποιήματα που συνέχουν φωνές και βιώματα από αυτούς τους χώρους. Προεξέχουσα λογοτεχνική φωνή που ανιχνεύεται στην ποίηση του Παπαδάκη είναι εκείνη του Κ.Π. Καβάφη. Το δικό του παράδειγμα φαίνεται να ακολουθεί, μη φοβούμενος να μπολιάσει το ποιητικό του ιδίωμα, με τύπους προερχόμενους κι από την καθαρεύουσα ή την αργκό. Τι όμως επιδιώκει ο ποιητής με αυτή την ανάμεικτη καβαφικής προέλευσης γλώσσα; Είναι φανερό ότι σε αυτή τη γλώσσα στηρίζει την δραστικότητα της ειρωνείας του και εν πολλοίς την ανατρεπτικότητα της ποίησής του, στήνοντας κάποτε ακόμα και σκηνές σουρρεαλιστικής φαρσοκωμωδίας. Κάπως έτσι διαβάζω το ποίημα: «Φοβού τις ιεραρχίες και δώρα φέρουσες» :
«Καθήμενοι στην τράπεζα του φαγητού
λίγο πριν την μασαμπούκα, έκατσα σε λάθος θέση
-δύο θέσεις μακρινότερα από την αρμοστή μου.» (σ. 26).
Η συλλογή δεν εμπεριέχει μόνο σουρρεαλιστικές φαρσοκωμωδίες, σε μια προσπάθεια να περιπαίξει και να ειρωνευτεί ό,τι συμβαίνει στην κοινωνία.
Το πρώτο ποίημα της συλλογής σερβίρει έναν καφέ σκέτο και βαρύ για το στομάχι του αναγνώστη. Αυτός ο καφές είναι άλλωστε ο μόνος που ταιριάζει σε ό,τι σημαίνει το ποίημα που επιγράφεται «ΡΑΓΙΣΜΑ». Αναλύοντάς το, θα βρούμε το ποιητικό υποκείμενο να ταξιδεύει και να ονειρεύεται (σ.13). Ο ήρωας του ποιήματος είναι ένας από τους νεαρούς επιβάτες του μοιραίου τρένου που θα αφήσει την τελευταία του πνοή του στη κοιλάδα των Τεμπών. Ελάχιστες ενδείξεις υπαινίσσονται το τραγικό γεγονός: ο σύνδεσμος «μα», ενδεικτικός της ακαριαίας ανατροπής που επέρχεται και διαρρηγνύει το ονειροπόλημα του υποκειμένου, το σπάσιμο του παραθύρου, και η υπαινικτική σήμανση της εξόδου του από τη ζωή, χωρίς να κατονομάζεται το τραγικό γεγονός. Μόνη ρητή αναφορά η χωρική σήμανση «στων Τεμπών την πυκνοβλαστημένη γη» που υποδέχεται όχι το σώμα μα τη γόπα του τσιγάρου που το ποιητικό υποκείμενο κάπνιζε στην αρχή του ποιήματος, απολαμβάνοντας το ταξίδι και το μέλλον του, μέλλον που διακόπτεται απότομα, καθώς το ταξίδι αλλάζει πορεία και εκείνο, μαζί με το βαγόνι, χάνονται στο επέκεινα. Με εξαιρετική λιτότητα ο νεαρός ποιητής συμπύκνωσε στους στίχους του όλες αυτές τις τραγικές εικόνες που κατέγραψαν τα μάτια και η ψυχή μας μέσα από τις οθόνες της τηλεόρασης, δίνοντας το δικό του αποτύπωμα, συνηχώντας την τραγική στιγμή της εξόδου της αθώας νεότητας προς το τίποτα ή προς την αιωνιότητα.
Μετά την ανάγνωση του ποιήματος ακολουθεί ο επιβαλλόμενος φόρος τιμής προς τους νεκρούς, ανοίκειος ίσως σε μια ποιητική συλλογή που έρχεται να σπάσει τη σιωπή πυκνώνοντας σε λέξεις την συγκίνηση, μα οφειλόμενος προς τις νεανικές ψυχές που χάθηκαν αναίτια, αφήνοντας αναπάντητα τόσα «γιατί» κι εκθέτοντας την κρατική ολιγωρία.
Σε διαφορετικό κλίμα κινούνται τα ποιήματα της υπόλοιπης συλλογής, διακρινόμενα σε ποιήματα ποιητικής, όπως το εναρκτήριο ποίημα της συλλογής «Εν αρχή ην το χαρμάνι», σε ποιήματα αυτοκριτικής, σε ποιήματα αναστοχασμού, σε ποιήματα σατιρικής ή ερωτικής διάθεσης. Όλα τους διακρίνονται για τον αξιοπρόσεκτο χειρισμό της γλώσσας, ο οποίος ιδιαίτερα παιγνιώδης χρησιμοποιώντας με άνεση την καθομιλουμένη, την καθαρεύουσα και την αργκό δημιουργεί ευφυή συνταιριάσματα που ελκύουν το αναγνωστικό ενδιαφέρον. Ενδεικτικά αναφέρω ό,τι συμβαίνει στο ποίημα: «Νομιμοποίηση του μελομακάρονου σε κάθε εποχή», στο οποίο ένας αρχικά νέος περιμένοντας την ώρα του αποχαιρετισμού καταλήγει να βρίσκεται στο ίδιο σημείο γέρος με την ίδια αναμονή. Ο χρόνος που στο μεταξύ έχει κυλήσει, έχει σαρώσει στο πέρασμά του τις εποχές, τον τύπο του ρήματος και, βεβαίως, τον ήρωα του ποιήματος. Όλη αυτή η κίνηση στο χρόνο αποδίδεται συνοψιστικά χάρη στις λεκτικές επιλογές του ποιητή που κατόρθωσε να καταδείξει αυτό που είναι η ποίηση, μια ιδιοφυής ενορχήστρωση των λέξεων ώστε να επιτευχθεί ο συντονισμός τους με την αισθητική ιδιοσυγκρασία του αναγνώστη. Ή όπως ωραιότατα το έχει διατυπώσει ο Ανδρέας Εμπειρίκος:
«Η ποίησις είναι ανάπτυξις στίλβοντος ποδηλάτου. Μέσα της όλοι μεγαλώνουμε. Οι δρόμοι είναι λευκοί. Τ’ άνθη μιλούν. Από τα πέταλά τους αναδύονται συχνά μικρούτσικες παιδίσκες. Η εκδρομή αυτή δεν έχει τέλος.»
*H Ελένη Κωβαίου είναι Προϊσταμένη της Διεύθυνσης Βιβλιοθήκης του Πανεπιστημίου Κρήτης
Πηγή: Fractal