Κριτική της Μαρίας Δάτσικα για την ποιητική συλλογή «Ισλανδία» του Μιχάλη Κούτρα, δημοσιευμένη στο περιοδικό Literature.
***
Η νέα ποιητική συλλογή του Μιχάλη Κούτρα, φέρει έναν τίτλο ιδιαίτερα ισχυρό και, θα έλεγα, αποκαλυπτικό: «Ισλανδία».
Η επιλογή αυτού του τίτλου δεν μοιάζει τυχαία. Η Ισλανδία δεν είναι απλώς ένας τόπος. Είναι ένα τοπίο αντιθέσεων: πάγος και φωτιά, λάβα και χιόνι, σιωπή και έκρηξη, σκοτάδι και φως. Είναι δηλαδή ένα ποιητικό τοπίο έντασης και αντιθέσεων, μέσα στο οποίο αρθρώνεται μια βαθιά υπαρξιακή προβληματική. Και ακριβώς αυτές οι αντιθέσεις διατρέχουν ολόκληρη τη συλλογή.
Από το πρώτο κιόλας ποίημα, την «Άγρια Γαλήνη», ο ποιητής θέτει τον βασικό τόνο, γράφοντας:
«Μια άγρια γαλήνη ζει εδώ. Μια άγρια γαλήνη μάς ενώνει.»
Η «Ισλανδία», λοιπόν, λειτουργεί ως μια μεγάλη μεταφορά. Δεν είναι απλώς γεωγραφία. Είναι μια εσωτερική κατάσταση.
Η φύση κατέχει δεσπόζουσα θέση και αναδεικνύεται σε οργανικό στοιχείο της ποιητικής σύνθεσης. Δεν αποτελεί σκηνικό, αλλά ενεργό υποκείμενο, φορέα ενέργειας και μετασχηματισμού. Τα φυσικά φαινόμενα – καταρράκτες, άνεμοι, ηφαιστειακή λάβα, χιόνι – αποκτούν σχεδόν μεταφυσική διάσταση, λειτουργώντας ως προεκτάσεις της ανθρώπινης εμπειρίας και ταυτόχρονα ως υπενθύμιση της μικρότητας του ανθρώπου απέναντι στο κοσμικό γίγνεσθαι.
Στο ποίημα «Ακόμα», ο ποιητής μας δίνει μια χαρακτηριστική εικόνα επιμονής και πίστης: «Αυτή η γη πιστεύει. Ακόμα.»
Και μαζί με το περιεχόμενο, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και ο τρόπος με τον οποίο αυτό εκφράζεται. Το ύφος του ποιητή είναι λιτό, συμπυκνωμένο, σχεδόν ασκητικό. Χρησιμοποιεί σύντομους στίχους, συχνά αποσπασματικούς, που αφήνουν χώρο στη σιωπή να λειτουργήσει εξίσου δυναμικά με τον λόγο. Δεν υπάρχει περιττή φράση. Κάθε λέξη έχει βάρος. Ο ποιητής δεν αφηγείται, αποκαλύπτει. Δεν εξηγεί, υπαινίσσεται. Και αυτό δεν είναι μόνο θέμα ύφους. Είναι και στάση απέναντι στην ποίηση. Η απουσία εκτεταμένης αφήγησης και η προτίμηση σε ελλειπτικές, εικονοκεντρικές διατυπώσεις, εντάσσουν τη συλλογή σε μια σύγχρονη ποιητική πρακτική, όπου το νόημα προκύπτει περισσότερο ως εμπειρία παρά ως διατύπωση.
Σε ένα από τα πιο χαρακτηριστικά σημεία της συλλογής και συγκεκριμένα στο ποίημα «Έγκατα» ο ποιητής σημειώνει:
«Η Σιωπή είναι μια γλώσσα ξεχασμένη.
Μιλούν διαρκώς
Τα Έγκατα της ύπαρξης,
μα οι άνθρωποι
δεν έμαθαν ν’ ακούν.
Έσσεται ήμαρ νόστιμον».
Μέσα σε αυτή τη σιωπή, αναδύεται ένα ακόμη επίπεδο: η ίδια η ποίηση. Μέσα στη συλλογή, υπάρχουν ποιήματα που μιλούν για την ποίηση και για τον ποιητή. Και εκεί βλέπουμε κάτι πολύ ουσιαστικό.
Στο ποίημα «Λάβα και Χιόνι», ο ποιητής γράφει:
«Πασχίζουν ασταμάτητα.
Πασχίζουν
να γράψουν,
να εκδώσουν,
ν’ ακουστούν.
Μα, όσο κι αν
πασχίζουν
οι ποιητές μας,
ο κύκλος τους
στενεύει
ασταμάτητα.
Και η Ποίηση
κυκλοφορεί ελεύθερη
ανάΜεσά μας.
Λάβα και Χιόνι.
Μας Δημιουργεί.»
Η ποίηση, λοιπόν, δεν ανήκει. Κυκλοφορεί. Μας δημιουργεί. Όπως η λάβα. Όπως το χιόνι.
Και στο ποίημα «Ο Ποιητής», η σκέψη αυτή κορυφώνεται:
«Η Σιωπή, ο ποιητής.
Η Σιωπή, το ποίημα.
Κοντοζυγώνει το Άπειρο».
Εδώ ο ποιητής δεν είναι αυτός που μιλά. Είναι αυτός που ακούει. Και μέσα σε όλα αυτά, υπάρχει κάτι βαθιά ανθρώπινο. Μια παιδικότητα.
Στο ποίημα «Παιδικό», ο ποιητής σημειώνει:
«Δεν έχει τέλος αυτή η Αθωότητα.»
Είναι λοιπόν, αυτή η αθωότητα, όχι ως αφέλεια, αλλά ως καθαρότητα ματιάς.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και ο τρόπος με τον οποίο κάποια ποιήματα συνομιλούν μεταξύ τους. Ένα πολύ όμορφο παράδειγμα είναι το ζευγάρι των ποιημάτων «Το μικρό θαλασσοπούλι» και «Το τελευταίο αστέρι».
Στο πρώτο, ένα μικρό θαλασσοπούλι αναρωτιέται:
«Σκοτείνιασε νωρίς και πάλι. Πώς να προλάβουν τα φτερά μου να χαρούν;»
Στο δεύτερο, η εικόνα αντιστρέφεται:
«Ξημέρωσε νωρίς και πάλι. Πώς να προλάβουν τα όνειρα να μεγαλώσουν;»
Εδώ έχουμε κάτι πολύ όμορφο: μια ποιητική συνομιλία. Το ένα ποίημα κινείται προς το σκοτάδι, το άλλο προς το φως. Το ένα μιλά για τα φτερά, το άλλο για τα όνειρα. Και τελικά, και τα δύο εκφράζουν την ίδια ανθρώπινη αγωνία: την αίσθηση ότι ο χρόνος δεν επαρκεί, ότι κάτι πολύτιμο δεν προλαβαίνει να ολοκληρωθεί. Σαν να ακούμε δυο φωνές, από διαφορετικές πλευρές του ίδιου βιώματος.
Θα έλεγα, λοιπόν, ότι η «Ισλανδία» αυτής της συλλογής δεν είναι ένας τόπος που επισκέπτεσαι. Είναι ένας τόπος που διασχίζεις μέσα σου. Και μέσα από αυτή τη διαδρομή, η ποίηση δεν λειτουργεί ως διαφυγή. Λειτουργεί ως δύναμη. Ως ρωγμή.
Και όπως χαρακτηριστικά γράφεται στο ποίημα «Παράξενη Κοπέλα»:
«Αυτός ο κόσμος δε χρειάζεται ηγέτες.
Ρωγμές χρειάζεται,
να δει το σύμπαν.
Να επιστρέψει στην αρχή».
Και ίσως αυτό ακριβώς κάνει αυτή η συλλογή. Ανοίγει ρωγμές. Και μέσα από αυτές, μας καλεί όχι να καταλάβουμε, αλλά να νιώσουμε.
Κλείνοντας λοιπόν, η «Ισλανδία» συνιστά για μένα, μια ποιητική πρόταση που κινείται ανάμεσα στο φυσικό και το μεταφυσικό, στο προσωπικό και το κοσμικό. Μέσα από μια λιτή αλλά ιδιαίτερα πυκνή γλώσσα, η συλλογή δεν επιδιώκει να ερμηνεύσει τον κόσμο, αλλά να τον ανασυστήσει ως εμπειρία, καλώντας τον αναγνώστη να συμμετάσχει ενεργά σε αυτή τη διαδικασία.
Χαρακτηριστικό είναι το ποίημα «Δίχως τέλος»:
«Κι αφού είμαστε νέοι,
καθαρίστε τη σκόνη,
μαζέψτε τα ερείπια.
Η απόγνωσή μας δεν πατάει στην ιστορία σας.
Η απόγνωσή μας ξεκινάει τον χρόνο – μια για πάντα.
Κι αφού είμαστε νέοι,
ανίκητοι πέραν κάθε υποψίας,
ετοιμαστείτε για στάχτες.
Όχι εκείνες που αφήνουν τα κούτσουρα στα τζάκια σας.
Αυτές των αστεριών,
που πεθαίνουν και γεννιούνται δίχως τέλος».
Πηγή | Copyright: Literature | Μαρία Δάτσικα