Κριτική του Απόστολου Θηβαίου για την ποιητική συλλογή «Ισλανδία» του Μιχάλη Κούτρα, δημοσιευμένη στο περιοδικό Literature.
***
Δεν θα ταξιδέψω ποτέ στην Ισλανδία. Τη χώρα των ηφαιστείων, των πετρωμάτων την θαυμάσια κιβωτό, τη φωτιά που σέρνεται εγώ δεν θα την δω ποτέ. Και όμως πρόλαβα να την πλάσω μόνο για μένα και το όνειρό μου. Και την έκανα ολιγόστιχη, σαν επίγραμμα, την έκανα ένα ακρόπρωρο σκιτσαρισμένο από χρόνο και κύμα. Στο λευκό του εξωφύλλου χώρεσα τη λάβα και το χιόνι, πάει να πει από τη θύμηση πέρασα στην απώλεια και απ’εκεί στην αιωνιότητα. Μόνο μια γεύση πήρα, να ξέρετε.
Και όλα τα χρωστώ στην “Ισλανδία” του Μιχάλη Κούτρα, ποιητική συλλογή των εκδόσεων Ιωλκός. Στο κέντρο της Αθήνας κάποιος ποντάρει ό,τι έχει και δεν έχει στους στίχους και γελά. Είναι οι εκδόσεις της Ζωοδόχου Πηγής στο κέντρο της πόλης που μαζί με άλλους οίκους δίνουν απλόχερα εδώ και χρόνια βήμα σε εκείνους που δεν έχουν άλλο τρόπο, άλλον καθρέφτη για να κοιταχτούν και στήνουν ξόβεργες με τις λέξεις. Όχι να πιάσουν, λέει τα πουλιά, μα το τραγούδισμά τους.
Για σένα λοιπόν που θα διαβείς τους παραλλήλους παρέα με τον συγγραφέα της “Ισλανδίας” κράτα ετούτα τα μικρά, τα λίγα, εφόδια για να νιώσεις τις βαθμίδες της ποίησης. Ποτέ τις απαντήσεις, μόνο το αίνιγμα που κουβαλάει μες στο αίμα του ο κόσμος. Μάθε λοιπόν πως “μόνο τα πληγωμένα όνειρα ανασταίνονται” , θυμήσου πως μονάχα άμα πονάς γράφεις ποιήματα. Είναι το ανεκπλήρωτο, οι μέρες σου είναι που σε κερνούν ανέμους και εσύ, κόντρα σε όλες τις πιθανότητες και όλους τους δισταγμούς που μιλάς με δέσμες αστέρων. Είναι πάντα μια ώρα που το ταξίδι γίνεται η τρυφερή συμφωνία του εαυτού σου. Μια ορχήστρα φανταστική παίζει μαγεμένες μελωδίες που τις λογάριαζες λησμονημένες. Μια i“αγάπη μαύρη παραλία” και το “ημερολόγιο της θύελλας” μοιράζονται την στερνή ανασεμιά σου, εκεί που το ποίημα τελειώνει και αρχινάνε οι γκρεμοί και τα ανθίσματα, του καθενός μας τα απροσμέτρητα τα βάθη.
Εμπρός σε κάθε κίνδυνο, να θυμάσαι πως ο Μιχάλης Κούτρας βάζει εμπρός την ομορφιά, σημαία του αυτοκρατορική και σκισμένη. Και μες στο μαύρο βάμμα, χρώμα αρνητικού φωτογραφίας που κάηκε στο φως, μιλά για τη Σιωπή με σιωπές και για τη μνήμη με νοσταλγία. Η δικιά του η “ανείπωτη” μυρίζει τ’άρωμα ενός μαγεμένου λουλουδιού που ποτέ δεν θα το μάθουμε. Επειδή πάντα υπάρχει εκείνη η θέση του ποιητή, το μετερίζι του για να αντικρίζει τον κόσμο, μια σταθερά που μακριά τον πηγαίνει και στις πηγές του τις αρχικές τον επιστρέφει.
Λέξεις αιχμηρές, διαλεγμένες με καρδιά και με απόγνωση, συνθέτουν τα ποιήματα της “Ισλανδίας”. Και εκείνα αντέχουν, όρθια κρατιούνται ανάμεσα στις λέμβους του χρόνου που τσακίζονται πάνω σε βράχια και σε υφάλους. Μοιάζουν με κάτι ελάχιστες υπάρξεις, γεμάτες ζωή και πικρή σοφία, μικρά παιδιά που μεταμορφώνουν τον κόσμο με έναν τόσο δα μίσχο. Και είναι θαύμα αληθινό να μπορεί κανείς να κάνει πράξη την μεταφυσική απαίτηση του Οδυσσέα Ελύτη. “Να χωράς λέει μες στο κεράκι τη λάμψη ολόκληρου του ηφαιστείου” και είναι ετούτο, το πιο δύσκολο μες σε όλες της ζωής σου τις τεράστιες πιθανότητες. Ο ποιητής που συναντώ απόψε σε ετούτη την πεποίθηση ακουμπάει όλη του την ύπαρξη. Μονάχος στέκει στο μέσον του έρημου θεάτρου και εκεί, απάνω στην κόχη της σκηνής, παίζει ξανά τους ρόλους των παλαιών καιρών, τους ρόλους των παλαιών ανθρώπων. Είναι ο τρόπος του κάθε ανθρώπου να εξομολογείται τ’αδύνατο και το ωραίο, είναι η μουσική εντός μας και ο πικρός Ορφέας που κάποτε ξεχωρίζει ανάμεσα σε όλους τους θορύβους. Και έτσι κάπως, με ένα άλμα μες στην καρδιά μας, κερδίζουμε ότι μπορούμε από το θάνατο.
Σαν κύματα μικρά που τα παίρνει μες στην αγκαλιά της μια θάλασσα, με τη γεύση της ζωής μας στην άκρη των χειλιών, μαζεύονται οι λέξεις του ποιητή. Όλα το υπόλοιπο λευκό, πέλαγο μένει για να πνιγείς και να ταξιδέψεις. Πάντα θα φτάνουν οι λίγες λέξεις, πάντα θα περισσεύουν για να αναπαραστήσει κανείς αυτό που ονειρεύτηκε ή εκείνο που για πάντα έχασε. Τι σημασία έχει, ο ψίθυρος πάντα απαλός και η καταιγίδα υπόκωφη. Αυτοί είναι οι φθόγγοι της ποίησης, η γλώσσα της η πιο μυστική, μια γλώσσα για να μιλούμε. Και να παραδεχόμαστε την αιωνιότητα, μια αναπάντητη επίκληση. Να περπατούμε πάνω στη γη και σε εκείνη να πιστεύουμε ολόψυχα, με μια θεμελιώδη κατάφαση που μας καθιστά ανίκητους, κουκίδες στους χάρτες των ανέμων, πόλεις περαστικές χαμένες κάτω από στρώματα χρόνου. Τι αμέριμνα που τραβάμε για τα ποιήματα και από το χέρι τ’αφήνουμε να μας πάρουν. Να μας πάνε λέει, εκεί που αφήσαμε τη φωνή και το δάκρυ μας. Να γίνουμε βράχοι, ii“πόδια θαλασσινά, μάτια ουρανού”, με ευγνωμοσύνη να πούμε “ευχαριστώ” που μας δόθηκε ολάκερο το βάρος της ανάμνησης. Και η καρδιά μας, αρχαία και ανθρώπινη, ποτέ “από το θαύμα να μην φεύγει μακριά”, η καρδιά μας που όσο γράφουμε μας μοιάζει. Αθώος ο κόσμος και οι λέξεις του Μιχάλη Κούτρα δακρυδόχοι να χωρούν λέει θλίψεις, τοπία τ’αλαργινού, μια ανεμώνη νοσταλγίας που ανθίζει σε πείσμα της πραγματικότητας, σημειώματα σε iii“αμμουδιές απέραντες” και “λέξεις μυστικές”.
Κάθε φορά συλλογίζομαι τι απομένει από την ποίηση. Τι σώζεται από τους στίχους και τις ατμόσφαιρες. Μα ευθύς στον εαυτό μου απαντώ. Πως είναι ακριβώς αυτό, οι “ατμόσφαιρες”, κάτι λιγοστό σαν χώρος μικρός. Μια αδιόρατη ξενιτιά, το περιβολάκι του αδύνατου με τα σύνεργα τα ποιητικά, συγκεντρωμένα όπως κανείς συνοψίζει τα άστρα μες στο νου του. Φέξε πάνω σε τούτη την περιουσία και θα δεις πως το λιγοστό και το αριστοκρατικό αρκούν για να μεταμορφώσουν το γνώριμο και το συνηθισμένο. Πρόσεξε με τι χάρη προβάλλει με την αξία του αδιαμφισβήτητη, το ρίγος της αγάπης και η σκιά της μνήμης και άλλα τόσα μη όντα φανταστικά. “Τρεις βράχοι”, κυκλωμένοι από αμεριμνησία, μοιάζουν με ορόσημο ενός τοπίου που ξεπερνάει τη φυσική του υπόσταση για να αναλυθεί με όρους ανθρώπινους. Όλα κυμαίνονται μες στον κόσμο, όλα μαζί συνομιλούν με έναν κώδικα μυστικό που ολοένα και φανερώνεται ώσπου οι λέξεις να γίνουν δονήσεις με προεκτάσεις που αγγίζουν την ψυχή μας. Ακριβώς όπως σε μια ζωγραφιά επικρατούν οι μορφές με την εσωτερικότητά τους, δίχως το σχέδιο και την ύλη.
Η “Ισλανδία”του Μιχάλη Κούτρα, η νέα ποιητική συλλογή από τις εκδόσεις Ιωλκός διαθέτει τη δική της ψυχή. Μια ψυχή από μουσική που μοιάζει με της ζωής τη διάλεκτο. Τα ολιγόστιχα ποιήματα που συνθέτουν την τρίτη ποιητική συλλογή του Αθηναίου δημιουργού και μεταφραστή δείχνουν πως εκεί έξω, κάποιοι νοιάζονται για την ποίηση και όχι για τις περιστάσεις της. Στο ελάχιστο την εμποτίζουν, την αναθρέφουν για να την αφήσουν να συμβεί σαν κάθε τέχνη, σε συγκυρίες σπάνιες και ευχάριστες , σε ερημιές απέραντες, με σκελετούς αρχαίων πλοίων σε λευκά, χαρτονένια πελάγη.
i “Ισλανδία”, Ιωλκός, Μαύρη Παραλία
ii “Ισλανδία”, Ιωλκός, Τρεις Βράχοι
iii “Ισλανδία”, Ιωλκός, Ταξίδι
Πηγή | Copyright: Literature | Απόστολος Θηβαίος