Κριτική του Κωνσταντίνου Γεωργίου για την ποιητική συλλογή «Ισλανδία» του Μιχάλη Κούτρα, δημοσιευμένη στο περιοδικό Fractal.
***
Δέκα χρόνια μετά την έκδοση της προηγούμενης ποιητικής του συλλογής, δέκα χρόνια, ναι, όσα ακριβώς και τα χρόνια του Οδυσσέα μέχρι να φτάσει από την Τροία στην πολυπόθητη Ιθάκη, ο Μιχάλης Κούτρας, αφού «πολλῶν δ᾿ ἀνθρώπων ἴδεν ἄστεα καὶ νόον ἔγνω», μετουσιώνει την σιωπή του σε στίχους, για να μας εξιστορήσει τα πάθη και τους καημούς, τα άλγη και τους βυθούς, τον γλυκασμό της αμετάκλητης επιστροφής στην δική του ποιητική γη, σε κείνη την απομονωμένη γωνιά του κόσμου όπου το απαράμιλλο φυσικό κάλλος και το θαύμα δεν είναι ζητούμενα αλλά συστατικά υλικά του καθημερινού βιώματος και της θείας μετάληψης, που υπερβαίνει το παρόν, που υπερβαίνει τις λέξεις και γίνεται ουρανός και γίνεται τόπος και γίνεται σύμβολο και γίνεται ποίηση. Και το όνομα αυτής… Ισλανδία. Αυτός είναι ο τίτλος της τρίτης κατά σειρά ποιητικής συλλογής του Μιχάλη Κούτρα από τις εκδόσεις Ιωλκός.
Ισλανδία, λοιπόν, η χώρα του πάγου και της λάβας, η ποίηση του χιονιού και της φωτιάς, δεν είναι τίποτα άλλο από την γεωμετρικά πολλαπλασιαστική σύνθεση γεωδυναμικής ποιητικής αποκρυστάλλωσης του πνεύματος και της ιδεολογικής κατεύθυνσης των δύο προηγούμενων συλλογών του, «Χιόνι» (2010) και «Εμείς. Τώρα.» (2016) από τις εκδόσεις Ιωλκός. Αποτελείται, καθόλου τυχαία, από 33 ποιήματα, 30 και 30 οι προηγούμενες συλλογές, αθροίζοντας την ιερότητα του αριθμού 3, που συμβολίζει όχι μόνο την εσωτερικότητα, την βαθιά πνευματικότητα και την αρμονία της μεταφυσικής διαλεκτικής αλλά και τον φυσικό μεταβολισμό της θείας τάξης του σύμπαντος κόσμου. Σ’ αυτό συνεπικουρεί και η αυστηρώς κατ’ αλφαβητική σειρά ποιητική ακολουθία των τίτλων των ποιημάτων, δίνοντας, πράγματι, έναν χαρακτήρα μυστηριακό, έναν χαρακτήρα θρησκευτικής ευλάβειας στην τελετουργία της ποιητικής πράξης. Ο ιεροφάντης ποιητής μοιάζει να μας μαθαίνει να συλλαβίζουμε τα μέτρα και τους τόνους, τον ρυθμό και την μουσική της ποιητικής του γλώσσας, συναρμόζοντας καθ’ ολοκληρίαν, με συνέπεια και πίστη στο χτες, με εντιμότητα και γενναιότητα στο σήμερα, με καθαρότητα και διαύγεια στο αύριο, την ενότητα της προσωπικής του ταυτότητας, στην ανηφορική πορεία της αγωνιώσας συνείδησης, με εκείνη της συλλογικής ψυχής και της συμπαντικής αρχής.
Σε τούτην την σεπτή ενότητα οικοδομεί τον ποιητικό του μύθο, πάνω στα ηφαιστειογενή πετρώματα της κοχλάζουσας συνείδησης που αγρυπνά μέρα νύχτα, με φως και με σκοτάδι, ακοίμητη, ακούραστη, ανεξάντλητη, αφοσιωμένη στον υπέρτατο σκοπό του αγώνα και της μάχης απέναντι σε όλες τις αντίξοες δυνάμεις, έσωθεν και έξωθεν, για να υπερασπιστεί την ελευθερία της, για να δικαιώσει την ομορφιά του ονείρου και της συλλογικής δράσης για έναν κόσμο ανθρωπινότερο, έναν κόσμο στον οποίο η φλόγα της αγάπης, της αλληλεγγύης και της αδελφοσύνης θα γίνεται πυρακτωμένη λάβα που θα ξεχύνεται από τις καρδιές των ανθρώπων να κατακάψει το άδικο. Θα είναι η επανάσταση της αθωότητας, της τρυφερότητας και της ευαισθησίας, της έμπνευσης και της ποίησης, που θα ξαναγράψει στις λευκές μας σελίδες, στο απάτητο χιόνι των παιδικών μας χρόνων, την αιώνια ομορφιά της ζωής.
Κι αν η πραγματική, παγετώδης, χιονοσκέπαστη Ισλανδία με τα τόσα ενεργά υπόγεια ηφαίστειά της, τις μαύρες βραχώδεις παραλίες της, το μαγευτικό σέλας, τους ορμητικούς καταρράκτες και την άγρια φυσική ομορφιά του ανέγγιχτου τοπίου στέκει ασκητικά μόνη, σχεδόν απόκοσμη, αγέρωχη και ατίθαση στο δρολάπι της θύελλας, πάνω στην μεσοωκεάνια ράχη του Ατλαντικού, η ποιητική Ισλανδία του Κούτρα στέκει μετέωρη μεταξύ γης και ουρανού, ως φωτεινό ιδεώδες σύμβολο στο βαθυκύανο χάσμα του ονείρου και της πραγματικότητας. Σε τούτον τον τόπο η ποίηση σαρκώνεται, αποκτά μορφή, σχήμα και σώμα, γεννιέται και ζει, υμνείται και δοξάζεται. Σε τούτον τον τόπο, λοιπόν, βρίσκει καταφυγή ο εξόριστος ποιητής μας, πέρα και μακριά από «των σχέσεων και των συναναστροφών/ την καθημερινήν ανοησία», που λέει κι ο Καβάφης. Ας ακούσουμε όμως τα λόγια του ποιητή:
ΑΓΡΙΑ ΓΑΛΗΝΗ
Είναι αλεξίσφαιρη αυτή η γειτονιά.
Δεν την πληγώνει του κόσμου η ανοησία.
Μια άγρια γαλήνη ζει εδώ.
Μια άγρια γαλήνη μας ενώνει.
ΑΚΟΜΑ
Στον καταρράκτη,
Πάνω στην ορμή
Του νερού
Περπάτησα.
Αυτή η γη
Πιστεύει.
Ακόμα.
Κι η ποίηση, σαν την πιστή Πηνελόπη, που αργάζει με την σαΐτα της το υφάδι της αγάπης και της ομορφιάς, περιμένει υπομονετικά τον εκλεκτό της, να σμίξουν τα δουλεμένα χέρια, να σμίξουν οι καρδιές και τα σώματα, σαν και πρώτα, στην αρχική ακατάλυτη φυσική ενότητα, στην αιώνια ευθεία του Ανεξάντλητου, που όσο μακραίνει άλλο τόσο πλαταίνει, καταργώντας τον χρόνο και τον χώρο, μέχρι την τελική αναμέτρηση, μέχρι την τελική νίκη, την νίκη του Ανθρώπου.
ΔΙΧΩΣ ΤΕΛΟΣ
Κι αφού είμαστε νέοι,
καθαρίστε την σκόνη,
μαζέψτε τα ερείπια.
Η απόγνωσή μας δεν πατάει στην ιστορία σας.
Η απόγνωσή μας ξεκινάει τον χρόνο — μια για πάντα.
Κι αφού είμαστε νέοι,
ανίκητοι πέραν κάθε υποψίας,
ετοιμαστείτε για στάχτες.
Όχι εκείνες που αφήνουν τα κούτσουρα στα τζάκια σας.
Αυτές των αστεριών,
που πεθαίνουν και γεννιούνται δίχως τέλος.
Η ποίηση του Μιχάλη Κούτρα είναι η ποίηση της επαναστατημένης νεότητας, της σφοδρής ορμής της, της ασταμάτητης πνοής της. Ο ποιητής, εκπροσωπώντας όλες τις αναγεννησιακές δυνάμεις του τόπου, σημαιοφόρος νέων αγώνων, νέων προσδοκιών και νέων οραμάτων όλων των αδικημένων και καταπιεσμένων μαζών, όλων των αδικαίωτων αγώνων γενεών και γενεών, που βυθίστηκαν όλα αυτά τα πέτρινα χρόνια στο σκοτάδι της απόγνωσης και της απελπισίας στο περιθώριο της ιστορίας, σαλπίζει μήνυμα ενότητας και πάλης, δεν διστάζει να έρθει σε σύγκρουση με τον παλαιό κόσμο της διαφθοράς και της συντήρησης, της άνομης εξουσίας των καιροσκόπων και της χυδαίας καλοπέρασης των ολίγων, δίχως τέλος, μια για πάντα. «Ήτανε νέοι ήτανε νέοι, ήταν παιδιά/ και έτυχε να ‘ναι και καλή σοδειά», χαιρετίζει αγωνιστικά ο Μανόλης Αναγνωστάκης. «Κι αφού είμαστε νέοι», ανταπαντά ο Μιχάλης Κούτρας, το μέλλον μας ανήκει, ο ουρανός μας ανήκει, το όνειρο μας ανήκει, τ’ αστέρια «πεθαίνουν και γεννιούνται δίχως τέλος».
Κι είναι η στιγμή που οι παλμοί της καρδιάς μας αλλάζουν χτύπο με τούτον τον οραματικό πολιτικό και κοινωνικό χαρακτήρα των στίχων, που γεμάτοι σφρίγος και δύναμη, γεμάτοι ζέση και φλόγα, χωρίς ωραιοποιήσεις, χωρίς ψεύτικα φτιασίδια, χωρίς συμβιβασμούς, στέρεοι και αγέρωχοι στο μετερίζι της μάχης, βιγλάτορες της μεγάλης ιδέας της ανθρωπιάς και της αλληλεγγύης, στρατευμένοι στο δίκιο, υπερασπίζονται σε πρώτο πληθυντικό τα πληγωμένα μας όνειρα για έναν κόσμο καλύτερο.
Κι ο ποιητής αφουγκράζεται μέσα του την φωτιά να θεριεύει, αφουγκράζεται την λάβα που ανεβαίνει, αφουγκράζεται τις φωνές των ακοίμητων νεκρών, «τὸ στῆθος μου/ τὸ τρομερὸ ἡφαίστειο ποὺ λειτουργεῖ/ κάτ᾿ ἀπὸ πέτρες», κι ο ποιητής μάς δίνει το σχήμα του, όπως άλλοτε προφητικά ο συνονόματος Μιχάλης Κατσαρός, «Κάποτε θ᾿ ἀνεβοῦμε καθὼς προζύμι/ ὁ σιδερένιος κλοιὸς θὰ ραγιστεῖ/ τὰ ὄρη σας ὅπως πυκνὰ σύννεφα θὰ χωριστοῦν/ οἱ κόσμοι θὰ τρίξουν/ στὶς ἔντρομες αἴθουσες οἱ ρήτορες θὰ/ σωπάσουν/ καὶ θ᾿ ἀκουστεῖ ἡ φωνή μου:/ «Οἱ νέοι πρίγκιπες μὲ σάλπιγγες καὶ νέες/ στολὲς/ οἱ νέοι συμβουλάτορες οἱ νέοι παπάδες/ οἱ πρόεδροι καὶ τὰ συμβούλια καὶ οἱ ἐπιτροπὲς/ ὅλοι οἱ μάγοι προφεσόροι…»/ Περιμένετε αὐτὴ τὴ φωνή./ Ἔτσι θ᾿ ἀρχίζει». Έτσι κι ο ποιητής μας, τους κοιτά στα μάτια, τους αναγνωρίζει πίσω από τις προσωπίδες τους. Τους κοιτά στα μάτια κι ας μην τους κατονομάζει –τους ξέρουμε από το παρελθόν. Τους κοιτά στα μάτια, δεν τους φοβάται, τους απευθύνεται μετ’ επιτάσεως και μετά βεβαιότητος για το αύριο, προφητεύοντας το μέλλον, σε δεύτερο πρόσωπο και κατά πρόσωπο.
ΜΟΝΟ ΤΑ ΠΛΗΓΩΜΕΝΑ
Γεμάτα ουλές
τα όνειρά μου.
«Χαμένες μάχες»,
θα πουν οι εχθροί.
Πανηγυρίστε σήμερα,
όσο προλαβαίνετε.
Γιατί αύριο
σας θέλω νηφάλιους.
Γιατί αύριο
θα καταλάβετε.
Μόνο τα πληγωμένα όνειρα
κερδίζουν πολέμους.
Μόνο τα πληγωμένα όνειρα
Ανασταίνονται.
Αυτή η ηθική στάση του Μιχάλη Κούτρα, της αξιοπρέπειας, της εντιμότητας, της ιδεολογικής συνέπειας και της αγωνιστικής διάθεσης, προκύπτει από μια βαθιά ριζωμένη πίστη η οποία εδράζεται στο στέρεο έδαφος υψηλού στοχασμού, όχι μόνο κοινωνικού, πολιτικού, αλλά και υπαρξιακού, φιλοσοφικού. Είναι η αγωνία του ανθρώπου μπροστά στο ανερμήνευτο του κοσμικού μυστηρίου, είναι η ανησυχία της συνείδησης μπροστά στο χρέος και την ευθύνη, είναι, τέλος, η αδήριτη ανάγκη της υπόστασης να κατανικήσει τον χρόνο και την φθορά. Η ποίηση δεν εξαντλείται μόνο στα λόγια, είναι ένας μυστικός τρόπος να επικοινωνήσεις με τον Θεό, δηλαδή με τον συνάνθρωπο, να ακούσεις μέσα στην απέραντη σιωπή σου τον ακατάλυτο ρυθμό της ανάσας του σύμπαντος να εναρμονίζεται με την φλέβα και το αίμα σου, να λαγαρίζει την σκέψη και το σώμα, να γίνεται πεθυμιά, πράξη, σκοπός κι ευθύνη. Η ποίηση είναι η ίδια η ζωή, γιατί η ζωή, αν δεν είναι ποίηση, παραμένει απλώς ένα υπαρκτικό δεδομένο, που από μόνο του δεν αρκεί για να λέγεσαι άνθρωπος.
Έχω την πεποίθηση ότι η σκέψη του Καζαντζάκη ως βιοθεωρία και στάση ζωής άσκησε καίρια επίδραση στην πνευματική συγκρότηση του Μιχάλη Κούτρα και είναι κυρίαρχα αναγνωρίσιμη στα φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά του ποιητικού του λόγου. Και πώς να εξηγήσει κανείς άραγε την διαβολική αριθμητική σύμπτωση των 33.000 στίχων της Οδύσσειας του Καζαντζάκη με τα 33 ποιήματα της Ισλανδίας του Κούτρα; Σε κάθε περίπτωση, η προσπάθεια, η πάλη, ο ανέλπιδος αγώνας είναι που δίνει νόημα και αξία στον ανθρώπινο βίο. Γράφει ο Νίκος Καζαντζάκης: «Μην καταδέχεσαι να ρωτάς: «Θα νικήσουμε; Θα νικηθούμε;» Πολέμα!», «Η στερνή, η πιο ιερή μορφή θεωρίας είναι η πράξη.», «Ποιο είναι πάνω από τα λόγια; Η πράξη. Ποιο είναι πάνω από την πράξη; Η σιωπή.», «Δεν έχουμε παρά μια μονάχα στιγμή στη διάθεσή μας. Ας κάνουμε τη στιγμή αυτή αιωνιότητα. Άλλη αθανασία δεν υπάρχει». Γράφει αντιστοίχως ο Μιχάλης Κούτρας: «Καμία ελπίδα./ Καμία!/ Μόνο αγώνας!», «Δεν υπάρχουν σκέψεις επαναστατικές, μόνο πράξεις», «Η Σιωπή ο Ποιητής./ Η Σιωπή το ποίημα./ Κοντοζυγώνει το Άπειρο.», «Είμαι/ Αυτή εδώ η στιγμή./ Κι αυτή!/ Κι αυτή εδώ!/ Ολάκερο το σύμπαν.».
Είναι θεματικά μοτίβα τα οποία τα συναντούμε πολύ συχνά στην ποίηση του Κούτρα διαχρονικά. Θα αναφέρω ένα συγκεκριμένο παράδειγμα για να καταδείξω την ενότητα και την συνέχεια, την συνέπεια και την προσήλωση του ποιητή μας στις αξίες και στις ιδέες που πρεσβεύει και σηματοδοτεί το έργο του. Διαβάζω το ποίημα «ΣΟΦΙΑ» από την καινούργια ποιητική συλλογή «Ισλανδία»: «Όσα πεθαίνουν,/ Ανασταίνονται./ Αρκεί να ξέρεις/ Πώς να πετάξεις.». Πριν από δέκα χρόνια έγραφε στο εκπληκτικό ποίημα «ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ»: «Μπρος γκρεμός/ –παντού γκρεμός–/ και πίσω τα φτερά σου». Η έννοια του πετάγματος, η έννοια της ανύψωσης, της μεταρσίωσης, ως λύτρωση και σωτηρία, ως γνώση απελευθερωτική και εμπειρία υπερβατική συνδιαλέγεται τόσο όμορφα, τόσο ταιριαστά με την ρήση του Καζαντζάκη: «Σα δεν φτάσει ο άνθρωπος στην άκρη του γκρεμού, δεν βγάζει στην πλάτη του φτερούγες να πετάξει».
Ο γκρεμός και τα φτερά, ο ουρανός και η γη, η ψυχή και το σώμα, ο ανήφορος και ο κατήφορος, η άνοδος και η πτώση, το πέταγμα και το κατρακύλισμα. Οι αντιθέσεις αποτελούν την σπονδυλική στήλη όλου του ποιητικού σώματος όχι μόνο σε επίπεδο μορφής, έκφρασης, αλλά και σε επίπεδο ουσίας, περιεχομένου. Μας προϊδεάζει, εξάλλου, και ο τίτλος του έργου που υπαινίσσεται την αντίθεση του χιονιού και της φωτιάς. Κι όμως, πρόκειται για μια αντίθεση που το γινόμενό της μας οδηγεί στην σύνθεση μιας καινοφανούς αυθύπαρκτης ολότητας, της Ισλανδίας, που υποδέχεται και αποδέχεται την αρμονική συνδιαλλαγή και την δυναμική επιδραστική αλληλοεισδοχή των αντιθέτων στοιχείων ως δομικών υλικών γένεσης και βασικών προϋποθέσεων διαφοροποίησης της δικής της ξεχωριστής οντότητας. Πρόκειται για μια αντίθεση στην οποία, κατά τον Έγελο, συνυπάρχει σύγκαιρα η ενότητα της ταυτότητας και της ετερότητας. Στην κλίμακα δε της συνυποδηλωτικής συμβολιστικής ερμηνείας, οι αντιθέσεις κινούνται πέρα από την υποκειμενική ηθική κατηγοριοποίηση του καλού και του κακού, στο πεδίο της μεταηθικής, που προσδιορίζει και προσδιορίζεται από την φυσική νομοτέλεια και την αναγκαιότητα της ενέργειας της αρχής του βιταλισμού. Έτσι εξηγείται και η απρόσμενη θετική νοηματοδότηση του χιονιού, του χειμώνα ή και του σκότους.
ΤΟ ΜΙΚΡΟ ΘΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΙ
«Σκοτείνιασε νωρίς
και πάλι.
Πώς να προλάβουν
τα φτερά μου
να χαρούν;»
Αναρωτήθηκε
το μικρό θαλασσοπούλι
κουρνιάζοντας
στη φωλιά του.
ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΑΣΤΕΡΙ
«Ξημέρωσε νωρίς
και πάλι.
Πώς να προλάβουν
τα όνειρα
να μεγαλώσουν;»
Αναρωτήθηκε
το σκοτάδι
αγκαλιάζοντας
το τελευταίο αστέρι.
Ο Μιχάλης Κούτρας, πράγματι, φαίνεται να έχει συγχωνεύσει στο έργο του τον μέγα λόγο της ελληνικής μας παράδοσης και τις φωνές των μεγάλων πνευματικών μας δημιουργών, γίνεται εκφραστής και άξιος συνεχιστής μιας γενιάς ποιητών που πίστεψαν και υπηρέτησαν ανιδιοτελώς, με κριτήρια υψηλής αισθητικής, την κοινωνικοποιητική διάσταση της τέχνης στο πεδίο της συλλογικής της αναφοράς. «Αυτός ο κόσμος χρειάζεται ρωγμές», «Ψηλά, ψηλά, παράξενη κοπέλα!», αναφωνεί ο Κούτρας, με αγήρατη και απέθαντη νεανική επαναστατική ορμή, με αμείωτη διάθεση ανατροπής και ρήξης μ’ ένα σάπιο κατεστημένο που υπονομεύει το μέλλον και τις ζωές μας. Στο κάλεσμα των καιρών δηλώνει παρών, έτοιμος να υπηρετήσει λόγω και έργω την πραγμάτωση των συλλογικών μας ονείρων.
Ακόμα και κάτω από τους παγετώνες της εποχής μας, τα υπόγεια νερά των ηφαιστειακών εκρήξεων δημιουργούν θύλακες νερού. Με την πρώτη ρηγμάτωση είναι έτοιμα να ξεχυθούν και να πλημμυρίσουν τις καρδιές των ανθρώπων.
Ποιητή μας,
σου ψιθυρίζω «Vatna»… Σ’ αυτόν τον υπέρτατο σκοπό σε έταξε η μοίρα και η τέχνη, σου φόρεσε τα ιερά λευκά της ενδύματα, δίνοντας πίστη Εσύ στον όρκο του χρέους.
VATNA
Με έντυσε στα λευκά
Και μου ψιθύρισε
«Vatna»…
Αυτός ο κόσμος δε θα χάσει
Ποτέ τον Ουρανό του.
«Να με θυμάσαι».
Η ομορφιά είναι άγρυπνη και σιωπηλή.
Ποιητή, να μας θυμάσαι,
μην μας ξεχάσεις, να μας θυμάσαι.