Γαλότσες νούμερο 44 | Χριστίνα Μιχαηλίδου | Διηγήματα | Ιωλκός | 2024

Κριτική της Αριστούλας Δάλλη για το βιβλίο «Γαλότσες νούμερο 44» της Χριστίνας Μιχαηλίδου, δημοσιευμένη στο περιοδικό Fractal.

 

***

 

Η Χριστίνα Μιχαηλίδου στην αφιέρωση του πρώτου της βιβλίου με τον τίτλο «Γαλότσες νούμερο 44», διηγήματα, εκδ. Ιωλκός, 2024, γράφει: «Στη μητέρα μου, που μου έμαθε να αγαπώ τις ιστορίες». Και η συγγραφέας, σαν αντίδωρο, μοιράζεται τις δικές της ιστορίες, όχι μόνο με την πρώτη αγαπημένη διδάσκουσα αλλά και με όλους τους αναγνώστες που αγάπησαν «τις γαλότσες» και περπάτησαν με τις δικές τους μαζί με τους ήρωες των διηγημάτων της.

Ιστορίες της καθημερινότητας, ηρωίδες γυναίκες και ήρωες άνδρες που συγκροτούν αρχέτυπο ζευγάρι στο κοινωνικό γίγνεσθαι με όλες τις επιθυμίες και συγκρούσεις, τις πρωτογενείς ενορμήσεις του έρωτα, της αγάπης και του μίσους, τις σχέσεις συνύπαρξης και αντίθεσης, της ζωής και του θανάτου.

Είναι το πρώτο βιβλίο της, δημιούργημα της αγάπης και της πολύχρονης ενασχόλησής με τη γραφή. Στα διηγήματα επιλέγει τη φόρμα του μικροδιηγήματος ακολουθώντας τα βασικά χαρακτηριστικά και τις τεχνικές του κερδίζοντας την αναγνωστική απόλαυση, τη συμμετοχή και την εν-συναίσθηση του αναγνώστη/τριας.

Η συμβολική εικόνα του εξωφύλλου με το γυναικείο σχηματικό προφίλ σε λευκό φόντο, το κόκκινο χρώμα που το κατακλύζει σαν καπέλο-τυρμπάν, μαζί με τον τίτλο από το ομότιτλο διήγημα «Γαλότσες νούμερο 44», προδιαθέτουν και παραπέμπουν στη γυναικεία φύση και το ζευγάρι της θηλυκής και αρσενικής αρχής με το λευκό της αθωότητας και το κόκκινο της ζωής. Το ζεστό χρώμα του αίματος, του πόθου και του τραύματος, σ’ ένα κόσμο πραγματικό που ντύνεται τη μαγεία της μυθοπλασίας και του ονείρου.

Το σώμα της συλλογής απαρτίζουν είκοσι επτά μικροδιηγήματα με κεντρικό θέμα τη γυναικεία ταυτότητα, τις αντιλήψεις της έμφυλης ταυτότητας που σχηματίζουν το βασικό θεμέλιο του κοινωνικού κατεστημένου, την πατριαρχική εξουσία και τα εδραιωμένα στερεότυπα, την κατάφωρη βία βιωμένη σαν θάνατο, χωρίς μάσκες και φτιασίδια, κυρίως σε μικρές κοινωνίες όπου όλοι γνωρίζονται και αντιδρούν χωρίς αναισθητικό.

Η γραφή της Χριστίνας Μιχαηλίδου χαρακτηρίζεται από την πυκνότητα, την ελλειπτικότητα με τον λιτό κοφτό λόγο, έτσι όπως ακούγεται και η ντοπιολαλιά, με αλληγορίες και συμβολισμούς, μικρές ιστορίες μυθοπλασίας με καταγραμμένες σημαντικές αλήθειες της βιωμένης πραγματικότητας.

Θέματα ρεαλιστικά, καθημερινού αβάσταχτου πόνου, μιας γκροτέσκο κοινωνίας με πνιγμένα συναισθήματα στη νοσταλγία, με σκηνικές παρουσίες και θεατρικότητα που καλεί το αναγνωστικό κοινό να είναι οι θεατές, ίσως κι αφανείς κομπάρσοι των αφηγήσεων.

Κύριοι χαραχτήρες οι γυναίκες ως αμφισβητούμενα πρόσωπα, χαρακτήρες όλων των ηλικιών, σε σχέσεις οικειότητας ως μητέρες, κόρες, εγγονές. Ως γυναίκες σύντροφοι του άνδρα, ερωμένες, προδομένες και ματαιωμένες ως σημαντικά υπαρκτά πρόσωπα που καλούνται να σώζουν τα κοινωνικά συστήματα με προσωπικές θυσίες, πολλές φορές αυτού του ίδιου του εαυτού τους. Γυναίκες που επιτρέπουν παθητικά τον διαμελισμένο, σχεδόν νεκρό, με ή χωρίς μνήμες εαυτό τους. Γυναίκες επαναστάτριες με σθένος και ιδέες που μάχονται δίπλα στον άνδρα ισότιμα χωρίς να γίνει αποδεκτή εκ μέρους του πατριαρχικού καταστημένου η γυναικεία θηλυκή τους αρχή. Θηλυκότητα, μητρότητα, αρχέγονη αμαζόνα στον κίνδυνο, ακόμη κι αν η φύση με τις απρόσμενες αναπηρίες τής στέρησε το δικαίωμα της ισοτιμίας στη ζωή. Η Χριστίνα Μιχαηλίδου καταφέρνει σε λίγο χώρο και χρόνο να καταθέσει και να μεταδώσει τη σπουδαιότητα των νοημάτων και μηνυμάτων της.

Η πατριαρχική εξουσία και η δύναμη των ανδρών αλλοτριώνει λόγω φόβου και βίας τη γυναικεία ψυχοσύνθεση της αρχέγονης γυναίκας και την υποδουλώνει σε μια δουλικότητα αταίριαστη, λόγω φύσης, με τη δύναμή της. Κλυταιμνήστρα και Πηνελόπη είναι το ζεύγος των αντιθέτων της γυναικείας κοινωνικής θέσης που υμνούνται ή απορρίπτονται στην αρχαία Ελλάδα και έως σήμερα.

 

Γράφει στο πρώτο διήγημα «Το μεταξωτό», σελ.11. για την Αγγέλλω, την αλαφροϊσκιωτη όπως την χαρακτήριζαν, σαν υποστήριξη και απολογία οι γυναίκες του χωριού.

«Κανέναν δεν πείραζε η Αγγέλλω, μόνο τα γέλια της που ξεσπούσαν αλλόκοτα, κάποια καλοκαιρινά μεσημέρια, ξελιγωμένη από αόρατα χάδια και φιλιά, τάραζαν το ραχάτι τους και τους ενοχλούσαν. Οι σπουδαγμένοι του χωριού την αποκαλούσαν γραφική φιγούρα και μειδιάζοντας κουνούσαν το κεφάλι σε κάθε χαιρετισμό της. Οι υπόλοιποι άνδρες δε σήκωναν το κεφάλι από το τάβλι – σαν να μην υπήρχε. Κι όμως, οι περισσότεροι την ήξεραν καλά από τα μικράτα τους, γιατί η Αγγέλλω κουβαλούσε μια βαριά προίκα. Ετοίμαζε τα αγόρια του χωριού να γίνουν άνδρες. Σε αυτήν πηγαίνανε για να πρωτοσυστηθούν με την αρσενική τους φύση κι εκείνη δε χαλούσε χατίρια….»

 

Ερωτικό αντικείμενο το γυναικείο σώμα και την ίδια στιγμή που το εκχωρεί, λόγω επιβίωσης, είναι στιγματισμένο από ντροπή, μίασμα, από υπαρξιακή απόρριψη. Η γυναίκες στις ιστορίες της Χ.Μ είναι οι γυναίκες της διπλανής πόρτας, κλισμένες σε τοίχους διαμερισμάτων ή πίσω από τα πλεχτά κουρτινάκια των πέτρινων σπιτιών του κάθε χωριού. Άλλοτε σκυμμένες πάνω στα ζυμωτήρια για ψωμί, για το μεγάλωμα των παιδιών, για την ευδαιμονία του άνδρα της και άλλοτε να τα αποχωρίζεται χωρίς τη θέλησή της, να θυσιάζει τη μητρότητα της χαρίζοντας τα σαν να ήταν και αυτά αντικείμενα, με άλλοθι την μεγαλοψυχία, βιώνοντας το ασίγαστο πένθος της απώλειας και της απάρνησης. Ιερή η στιγμή που η γυναίκα γίνεται μητέρα, μεγάλο το κόστος αγγίζοντας την αμαρτία, το υπαρξιακό λάθος, όταν η ύπαρξη της μολύνεται από την κακοποίηση της ανδρικής κυριαρχίας, την ταπείνωση κι εγκατάλειψη όταν μπαίνει σε δεύτερη μοίρα σαν αχρείαστη πλέον στο ρόλο της προσφοράς λόγω σωματικής ή ψυχικής αδυναμίας.

Γυναίκες που βιώνουν τη μομφή της απιστίας και της ντροπής, την έλλειψη του έρωτα και της αγάπης, του απραγματοποίητου ονείρου της έγγαμης ζωής, ακόμη κι αν ήταν βιωμένη η βία και η ταπείνωση μέσα σ΄αυτήν. Γυναίκες που παραπαίουν κι αναζητούν την έμφυλη ταυτότητά τους. Αν θα είναι οι σκέψεις και οι επιθυμίες προσομοίωση αρσενικής συμπεριφοράς ή θηλυκής, αν θα είναι πολεμίστριες με γαλότσες νούμερο 44 ή τροφός με πλούσιο γάλα στο μητρικό στήθος. Η Λαμπρινή η αντάρτισσα, η Θοδωρούλα που η φύση της στέρησε την νοητική ικανότητα όχι όμως και την ανάγκη για την μητρική αγκαλιά, η Μαρκέλλα που ποτέ δεν αποδέχθηκε η μητέρα λόγω σωματικής ασχήμιας αλλά όμορφης ψυχής μέχρι αυτοθυσίας, χάριν των μικρών παιδιών. η Ασημίνα που στερήθηκε την κόρη της, επιθυμία του άνδρα της, να την χαρίσει στην στέρφα κουνιάδα της, κουβαλώντας σε όλη τη ζωή της, ακόμη και στην άνοια της την αβάσταχτη ντροπή κι ενοχή.

Τα διηγήματα «Αγάπη δηλητήριο», «Βαρύς γλυκός», «ένας άνθρωπος κι ένας άνθρωπος», «Προδοσία», στηλιτεύουν το πάθος του γενεσιουργού έρωτα αλλά και την ματαίωση του με την προδοσία γεννώντας το θυμό, την εκδίκηση, το φόβο της μοναξιάς, την επιθετικότητα όχι μόνο εκφρασμένη προς τα αγαπημένα πρόσωπα αλλά ακόμη και προς τον ίδιο τον εαυτό μέσω της αυτοκαταστροφής. Μπορεί όμως να είναι και η σχέση εξάρτησης ανάμεσα στους ερωτευμένους συντρόφους που δεν θέλουν να αποδεχθούν τις αλλαγές στη φθορά του χρόνου, τις ανήκεστες αρρώστιες. Και αποφασίζουν από κοινού να μην χωρίσουν ποτέ, αυτοκτονώντας στη αγκαλιά της μητέρας θάλασσας. Γράφει στο διήγημα «Μια σύντομη είδηση» , στη σελ.85.

«Κοιτάχτηκαν βαθιά μέσα στα μάτια.

«Σ’ αγαπώ από την πρώτη στιγμή που σε είδα», είπε

«Σ’ αγαπώ από τη πρώτη στιγμή που σε είδα», απάντησε.

Κατέβασαν το χειρόφρενο μαζί. Το αυτοκίνητο κινήθηκε για δύο μέτρα στην τσιμεντένια επιφάνεια, γλίστρησε στη θάλασσα και βούλιαξε αθόρυβα».

Και στο διήγημα «Για πάντα μαζί» της σελ. 86 ίσως η τύχη συνηγορεί και εκπληρώνει τις επιθυμίες των ερωτευμένων για την αιωνιότητα.

«Πρόλαβαν να αγκαλιστούν σφιχτά. Ήταν το γραφτό τους να είναι για πάντα μαζί».

Η συγγραφέας για να ολοκληρώσει τα ζευγάρια των δυαδικών σχέσεων γράφει για τους ήρωες που οι σχέσεις του οικείου και του ανοίκειου αφορούν την έμφυλη ταυτότητα. Ασήκωτο το κόστος της μη αποδοχής τους, του φανατικού ρατσισμού, των ανεκπλήρωτων προσδοκιών της αγάπης και αποδοχής στις γονεϊκές σχέσεις. Όνειρα απωθημένα στη μνήμη που στοιχειώνουν τις σχέσεις γονιός-παιδί μέσα στα οικογενειακά συστήματα, την κακοποίηση και την απόρριψη με την αδιαφορία, τον ενσωματωμένο φόβο του βιασμού, του σώματος και της ψυχής.

 

Η συγγραφέας ανοίγει την συλλογή της με την ηρωίδα Αγγέλω, στο πρώτο διήγημα της. Την γυναίκα που είχε αδυναμία στους άνδρες και χάριζε τον έρωτα χωρίς να συμμετέχει σε αυτό το δώρο της ζωής και κλείνει με το διήγημα «Η γκαρσονιέρα». Ανώνυμες γυναίκες, δύο θηλυκές περσόνες, που εκπροσωπούν τα δύο άκρα ενός νήματος που ορίζει την ηθική του βιωμένου ή αβίωτου έρωτα. Η μια γυναίκα με κληρονομημένο το ευάερο τριάρι αλλά πνιγμένο στη μοναξιά της στερημένης μοναχικής γυναίκας και η άλλη γυναίκα, με τη νοικιασμένη γκαρσονιέρα και το διπλό κρεβάτι, που χαίρεται τον σαρκικό έρωτα χωρίς αναστολές, απολαμβάνοντας ζευγαρωμένη τις χαρές της ζωής. Μια διάσταση ανάμεσα στην αυστηρή ηθική και την ελευθερία της γυναίκας, χωρίς ντροπή και ενοχές, ως αρσενικός που του επιτρέπονται όλα να τα ζήσει επειδή τα δικαιούται.

Γράφει στην τελευταία σελίδα 105, για το διπλό στρώμα και τις ερωτικές ονειροφαντασιώσεις της ανέραστης γυναίκας.

«Και ένα βράδυ, έτσι όπως την πήρε ο ύπνος στον καναπέ, ονειρεύτηκε πως έκανε βαρκάδα καταμεσής στο πέλαγος πάνω σε ένα στρώμα με έναν ναύτη, όμορφο, γεροδεμένο να τραβάει κουπί με τα δυνατά του μπράτσα, να την κοιτάει στα μάτια και να λιώνει. Σε ένα στρώμα διπλό, σε μια ζωή για δύο.»

Με τον ίδιο σεβασμό η Χ.Μ προσεγγίζει στις ιστορίες τους άνδρες με το τραυματισμένο εγώ, που η ενσυναίσθηση και η στέρηση της ικανοποίησης των επιθυμιών, λόγω της anima-της θηλυκής ψυχής, προκάλεσε ρωγμές στην ακεραιότητα τους. Υπερπροστασία γονεϊκή ή απόρριψη της αγάπης, χρέη ή κακοποίηση, άρνηση κι απωθημένα όνειρα, δέσμευση ενός ηθικού κανόνα ή αποπραγμάτωση του εξωτερικού κόσμου ως μη αληθινού, παράξενου και ανοίκειου υπηρετώντας τυφλά το ένστικτο του θανάτου έναντι της ζωής.

Στο σπονδυλωτό διήγημα «Ιστορίες περί ονείρων», περιγράφει εκ των ένδον τις προσωπικές αντιλήψεις για το ίδιο γεγονός, για τον θάνατο του Μιχάλη, του κουρέα. Και στο διήγημα « Η γάτα του Ανδρέα» μοιράζεται το πένθος της απώλειας των αγαπημένων του, τη στέρηση των ονείρων, τη μοναξιά του αλλά και την τρυφεράδα του με το χνουδωτό σώμα της γάτας του.

Η Χριστίνα Μιχαηλίδου με την κβαντική ματιά της παρατηρήτριας επηρεάζει το παρατηρούμενο αντικείμενο, εν προκειμένω, τις εύθραυστες ζωές των ανθρώπων, που κατακερματίστηκαν κάτω από το αβάσταχτο βάρος μιας κοινωνίας που διαμορφώθηκε ως θύμα των αντιλήψεων του κατεστημένου. Με παντογνώστη αφηγητή και τριτοπρόσωπη αφηγηματική πυκνότητα βυθίζεται στο βαθύτερο επίπεδο του ψυχισμού των ηρώων της. Σκιαγραφεί το προφίλ τους με όλες τις σκληρές γωνίες λαξευμένες από τα προσωπικά αλλά και διαχρονικά γενεαλογικά τραύματα και προσκαλεί το αναγνωστικό κοινό να ιχνηλατήσουν από κοινού τα μοναχικά μονοπάτια αλλά και τα σταυροδρόμια όπου συναντιούνται ο μύθος και η πραγματικότητα, το όνειρο και η αλήθεια, η διάψευση του υπαρκτού κόσμου και η δημιουργία ενός άλλου οικείου, χωρίς όρια επιθυμητού κόσμου που χαρίζει την ασφάλεια και την κάθαρση μιας ματαιωμένης ύπαρξης.

Έμμεσα κι αλληγορικά, με την ιδιαίτερη αποκαλυπτική χωρίς ρετούς γραφή των διηγημάτων της, η συγγραφέας προσομοιάζει την αποκατάσταση των ψυχικών ανθρωπίνων τραυμάτων με την τεχνική της συγκόλλησης των θραυσμάτων ενός πολύτιμου σπάνιου συλλεκτικού κινέζικου βάζου με χρυσό, καλύπτοντας τις ρωγμές και συνεχίζοντας την υπαρκτική του οντότητα.

Οι ήρωες της συλλογής κοιτάνε κατάματα τις μοίρες ενθυμούμενοι τη σιωπή τους ή το ξεχασμένο τραγούδι της γέννησής τους.

Κι η συγκολλητική ουσία «χρυσός» δεν είναι κάτι λιγότερο ή περισσότερο από την κατανόηση κι αποδοχή της ιδιαιτερότητας των ανθρώπων μέσα στον κοινωνικό ιστό ενός χωριού ή μεγαλύτερης κοινότητας, μέσω της συγκολλητικής ουσίας που είναι η συνύπαρξη και η ΑΓΑΠΗ.

 

Πηγή | Copyright: Fractal | Αριστούλα Δάλλη

Κλείσιμο
Κλείσιμο
Καλάθι (0)

Κανένα προϊόν στο καλάθι σας. Κανένα προϊόν στο καλάθι σας.