Μαθά, Ειρήνη

Η Ειρήνη Μαθά σε μία «Εκ βαθέων» συνέντευξη με το περιοδικό Literature, με αφορμή την πρόσφατη έκδοση της ποιητικής της συλλογής «Μετ’ εμποδίων».

 

***

 

Για ποιον λόγο ασχοληθήκατε με τη γραφή;
Ήθελα απλώς να εκφράσω όσα παρατηρώ, σκέφτομαι και νιώθω. Η γραφή προέκυψε φυσικά, ως μέσο για να δώσω μορφή σε όσα με απασχολούν εσωτερικά και να επικοινωνήσω, έστω και άρρητα, με τον εαυτό μου και τον κόσμο γύρω μου.

 

Πόσο εύκολη ή δύσκολη είναι η συγγραφή για εσάς;
Η συγγραφή, τεχνικά, είναι το πιο «εύκολο» κομμάτι της δημιουργίας για μένα. Αυτό που με δυσκολεύει είναι ό,τι προηγείται. Πολλές φορές, μέρες ή και μήνες πριν γράψω κάτι, επεξεργάζομαι μέσα μου ένα θέμα που δεν έχω ακόμη καταλάβει ούτε εγώ τι ακριβώς είναι. Όταν όμως καταφέρω να εντοπίσω τη «ρίζα» αυτού που νιώθω ή σκέφτομαι, τότε οι λέξεις αρχίζουν σιγά σιγά να εμφανίζονται.

Μπορεί να περπατάω και ξαφνικά να μου έρθουν λέξεις που συνδέονται, που εκφράζουν ένα βίωμα. Πάνω σε αυτές χτίζονται εικόνες και το ποίημα γεννιέται. Οπότε, η συγγραφή τελικά δεν είναι ούτε εύκολη ούτε δύσκολη — είναι μια εμπειρία περίπλοκη, βιωματική και βαθιά πολυδιάστατη.

 

Μοιραστείτε μαζί μας τη στιγμή που αποφασίσατε να γράψετε το πρώτο σας βιβλίο.
Δεν ήταν μια συγκεκριμένη στιγμή, ούτε ένα γεγονός που πυροδότησε την απόφαση. Ήταν περισσότερο μια εσωτερική διεργασία που ωρίμαζε σιγά-σιγά μέσα μου. Είχα πολλές αμφιβολίες — όχι τόσο για το περιεχόμενο των ποιημάτων, όσο για την έκθεση. Η ιδέα ότι αυτά τα κείμενα, που μέχρι τότε τα διάβαζαν μόνο κοντινοί μου άνθρωποι, θα έβγαιναν προς τα έξω, με φόβιζε. Δεν νιώθω άνετα με την έκθεση.

Αλλά πίστευα —και πιστεύω— βαθιά πως η τέχνη είναι για να μοιράζεται. Κι έτσι αυτή η σκέψη τελικά επικράτησε. Άρχισα να συγκεντρώνω τα ποιήματά μου, να τα οργανώνω με σκοπό να τα στείλω για έκδοση.

Θυμάμαι ότι ο πρώτος εκδοτικός οίκος στον οποίο τα έστειλα ήταν οι Εκδόσεις Ιωλκός. Είχα ήδη ψάξει και ήξερα ότι η επιλογή εκεί δεν γίνεται τυχαία. Είπα τότε σε μια πολύ καλή μου φίλη: «Τα στέλνω, αλλά μου φαίνεται απίθανο να δεχτούν». Όταν όμως μου απάντησαν θετικά… μπορείτε να φανταστείτε πώς ένιωσα.

 

Ποιος είναι ο πρώτος άνθρωπος που διαβάζει το βιβλίο σας όταν το τελειώσετε;
Συνήθως δεν νιώθω ότι ένα ποίημα είναι ολοκληρωμένο αν δεν το διαβάσει κάποιος άλλος πέρα από εμένα. Όταν ήμουν στο λύκειο και άρχισα να γράφω, έδειχνα τα ποιήματά μου πρώτα σε δυο φωτισμένες καθηγήτριες που με ενέπνευσαν να αγαπήσω την ποίηση. Αργότερα τα μοιραζόμουν και με δικούς μου ανθρώπους. Παρ’ όλα αυτά, για καιρό δίσταζα. Σκεφτόμουν: «Σιγά… τι έχεις να πεις κι εσύ; Είσαι απλώς μια 15χρονη που γράφει.» Δεν πίστευα πως αυτά που ένιωθα είχαν αξία — μέχρι που οι άνθρωποι γύρω μου άρχισαν να βλέπουν κάτι σε αυτά που εγώ δεν έβλεπα ακόμα.

 

Εμπεριέχουν οι ήρωές σας ένα κομμάτι του εαυτού σας και σε ποιον βαθμό;
Υπάρχουν λίγα ποιήματα που μιλούν ανοιχτά για τις δικές μου εμπειρίες. Ακόμα και στα υπόλοιπα, όμως, ο δικός μου τρόπος σκέψης και η οπτική μου είναι πάντα παρών. Κάθε ποιητικό υποκείμενο κουβαλά, με κάποιον τρόπο, ένα κομμάτι από μένα, έστω και με έμμεσο τρόπο.

 

Απευθύνεστε σε συγκεκριμένο πρόσωπο όταν γράφετε ένα βιβλίο;
Μια ποιητική συλλογή αποτελείται από πολλά ξεχωριστά ποιήματα. Κάθε ποίημα, για μένα, είναι ένα κλειδί για έναν διαφορετικό «κόσμο». Κάθε φορά σκέφτομαι κάτι άλλο — δεν είναι πάντα πρόσωπο. Μπορεί να είναι ένα τοπίο, μια αίσθηση, μια φράση που ειπώθηκε κάποτε μπροστά στη θάλασσα. Ακόμα και όταν υπάρχει κάποιο πρόσωπο, συχνά δεν είναι υπαρκτό, αλλά ένα πρόσωπο που έχω πλάσει μέσα μου, φτιαγμένο από χαρακτηριστικά ανθρώπων που έχω συναντήσει. Θυμάμαι, όμως, ένα ποίημα —το «Υστερόγραφο»— που ήταν πράγματι γραμμένο για ένα πρόσωπο. Ήταν το υστερόγραφο ενός γράμματος που έγραψα στη γιαγιά μου, λίγο μετά τον θάνατό της.

 

Έχετε αγωνία για τις αντιδράσεις των αναγνωστών σας;
Φυσικά και έχω αγωνία — δεν ξέρω αν είναι λειτουργικό ή μη, αλλά ξέρω πως μου συμβαίνει. Παρ’ όλα αυτά, δεν μου αρέσει να είμαι παρούσα όταν κάποιος διαβάζει κάποιο ποίημα μου. Νιώθω πως η παρουσία μου μπορεί να επηρεάσει την εμπειρία του, ακόμα κι αν το ποίημα του προκαλέσει αρνητικά συναισθήματα. Θέλω ο αναγνώστης να έχει τον χώρο να το ζήσει μόνος του. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν με ενδιαφέρει να ακούσω σκέψεις ή συναισθήματα — το αντίθετο. Πρόσφατα, κάποιος μου είπε κάτι που κράτησα μέσα μου: «Ειρήνη, όλοι θα σου λένε λόγια — θετικά ή αρνητικά. Άκουσέ τα, και συνέχισε να δημιουργείς αυτά που σε εκφράζουν.»

 

Πόσο τολμηρή είστε στη γραφή σας; Θέτετε περιορισμούς στον εαυτό σας λόγω κοινωνικών συμβάσεων;
Δεν είμαι σίγουρη αν είμαι τολμηρή στη γραφή μου· προσπαθώ να εκφράζομαι ειλικρινά και χωρίς να θέτω περιορισμούς λόγω κοινωνικών συμβάσεων, όμως ίσως χωρίς να το καταλαβαίνω να υπάρχουν κάποιες αόρατες γραμμές που ακολουθώ.

 

Από τι πάσχει κατά την γνώμη σας η ελληνική λογοτεχνία;
Νομίζω πως ένα βασικό πρόβλημα ξεκινά από τον τρόπο με τον οποίο μαθαίνουμε να προσεγγίζουμε τη λογοτεχνία — τόσο ως αναγνώστες όσο και ως δημιουργοί. Από το σχολείο ήδη, η επαφή μας με τη λογοτεχνία γίνεται μέσα από «σωστούς τρόπους» και «κανόνες». Μαθαίνουμε πώς “πρέπει” να διαβάζουμε, πώς “πρέπει” να γράφουμε, και σιγά σιγά διαμορφώνεται μέσα μας ένα στενό καλούπι: ότι η λογοτεχνία είναι κάτι που οφείλεις να κάνεις «σωστά».

Αυτό όμως, αντί να απελευθερώνει, περιορίζει. Παρατηρώ συχνά ότι πολλά κείμενα μοιάζουν μεταξύ τους. Δεν τολμούν να πάνε αλλού. Αντιθέτως, βλέπω μια επανάληψη — λες και υπάρχει ένας σιωπηρός φόβος να ξεφύγουμε από το “αποδεκτό”.

Τελικά, όσο απελευθερωτική κι αν είναι η ίδια η λογοτεχνία, αν εμείς δεν την αντιμετωπίζουμε με «ελεύθερα» φίλτρα, δεν μπορούμε να περιμένουμε από τα κείμενα να μας λυτρώσουν.

 

Ποια ήταν η αφορμή για το τελευταίο σας βιβλίο;
Αφορμή για το βιβλίο στάθηκε η περιέργεια μου. Ήθελα να απαντήσω στην ερώτηση «τι και αν». Είχα απλώς την ανάγκη να εξερευνήσω το ενδεχόμενο.

 

Το μονοπάτι από το σκοτάδι στο φως και η αντανάκλαση του υποσυνείδητου στις λέξεις. Η υπαρξιακή αναζήτηση έρχεται να συναντήσει τη διττή ανάγκη μας για δράση κι απόδραση από την καθημερινότητα. Σε έναν κόσμο που η επιβίωση αρχίζει να έχει πρωταγωνιστικό ρόλο, το φως διαπερνά το σκοτάδι μέσα από τη χαραμάδα που λέγεται ζωή. Άραγε, ερχόμαστε αντιμέτωποι μ’ εμπόδια ή με καταστάσεις που καθρεφτίζουν την ψυχή μας;

Συγγραφέας
Η Ειρήνη Μαθά γεννήθηκε το 2006 και μεγάλωσε στην Αθήνα. Είναι φοιτήτρια ψυχολογίας. Ασχολείται από μικρή με την τέχνη, κυρίως την ποίηση και τη ζωγραφική. Η ποιητική συλλογή «Μετ’ εμποδίων» είναι το πρώτο της βιβλίο.

 

Πηγή | Copyright: Literature

Κλείσιμο
Κλείσιμο
Καλάθι (0)

Κανένα προϊόν στο καλάθι σας. Κανένα προϊόν στο καλάθι σας.