Η Άννα Εμμανουήλ σε μία Εκ βαθέων συνέντευξη στο φιλόξενο Literature, με αφορμή την πρόσφατη έκδοση του βιβλίου της «Σμιλεύοντας το όνειρο».
***
Για ποιον λόγο ασχοληθήκατε με τη γραφή;
Γράφω γιατί δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς. Κάποια στιγμή το μέσα μου έγινε τόσο βαρύ που έπρεπε να το σκαλίσω, όπως ο Χαλεπάς σκάλιζε το μάρμαρο για να μην πνιγεί μέσα του. Δεν γράφω για να πω ιστορίες. Γράφω για να δώσω μορφή στην απώλεια την εσωτερική που νιώθω, για να ενσαρκώσω ξανά όσα έχουν ήδη χαθεί. Για να αγγίζω για πάντα ένα πρόσωπο που δεν μπόρεσα ποτέ να έχω στη ζωή μου ολόκληρο ή για ένα παιδί του οποίου τα όνειρα ήταν αλλιώτικα. Είναι τρόπος να μην αφήσω το θάνατο να πάρει τα πάντα αμαρτύρητα.
Πόσο εύκολη ή δύσκολη είναι η συγγραφή για εσάς;
Είναι βασανιστική. Κάθε πρόταση είναι ένας αγώνας σκληρό και άκαμπτος. Πολλές φορές μένω ώρες μπροστά σε μια σελίδα που δεν υποχωρεί. Δεν είναι ευκολία· είναι ανάγκη. Γράφω σαν να σκάβω μέσα μου, και το αίμα που βγαίνει είναι η μόνη μελάνη που εμπιστεύομαι. Όταν ρέει, είναι σπάνιο δώρο. Όταν σταματά, είναι μαρτύριο.
Μοιραστείτε μαζί μας τη στιγμή που αποφασίσατε να γράψετε το πρώτο σας βιβλίο.
Για το πρώτο μου βιβλίο ήταν η στιγμή που ένιωσα τον έρωτα να κυλά στις φλέβες μου. Για αυτό το βιβλίο, ήταν το βράδυ που είδα το όνειρο με την Κοιμωμένη. Ξύπνησα με την καρδιά μου να χτυπάει σαν να είχεα μόλις ακουμπήσει εγώ το κόκκινο λουλούδι στο στήθος της. Κατάλαβα ότι έπρεπε να γράψω. Όχι για να εξηγήσω, αλλά για να διατηρήσω αυτό το ρίγος. Από εκείνη τη στιγμή το βιβλίο γεννήθηκε μέσα μου σαν πληγή που δεν έκλεισε ποτέ.
Ποιος είναι ο πρώτος άνθρωπος που διαβάζει το βιβλίο σας όταν το τελειώσετε;
Συνήθως κανείς για πολύ καιρό. Αφήνω το χειρόγραφο να «κοιμηθεί» κι αυτό, όπως η Κοιμωμένη. Όταν τελικά το δίνω, είναι στον άνθρωπο που ξέρω ότι μπορεί να αντέξει το βάρος του, όπως αντέχει το βάρος το δικό μου – είναι εκείνος που έχει σκαλίσει ολότελα την δική μου ψυχή και έχει αφήσει πρώτος το αποτύπωμά του επάνω στο γλυπτό της καρδιάς και της ψυχής μου. Δεν θέλω εύκολες κριτικές. Θέλω βλέμματα που να ριγήσουν.
Εμπεριέχουν οι ήρωές σας ένα κομμάτι του εαυτού σας και σε ποιον βαθμό;
Όλοι οι ήρωές μου είναι θραύσματα μου. Δεν δημιουργώ χαρακτήρες· σπάω τον εαυτό μου και μοιράζω τα κομμάτια. Το κοριτσάκι του ονείρου, η Κοιμωμένη, ο γλύπτης, η ερωμένη που δεν ολοκληρώθηκε – όλοι φέρουν τις ρωγμές μου. Γράφω για να δω καθαρά πόσο βαθιά έχει σπάσει μέσα μου το ανθρώπινο.
Απευθύνεστε σε συγκεκριμένο πρόσωπο όταν γράφετε ένα βιβλίο;
Ναι. Γράφω πάντα σε έναν άνθρωπο που είναι ζωντανός αλλά έχει πάρει την μορφή νεκρών. Σε όσους χάθηκαν, σε κάποιον που δεν πρόλαβα να αγγίξω αρκετά, σε εκείνη την εκδοχή του εαυτού μου που πέθανε κάπου στη διαδρομή. Το βιβλίο είναι επιστολή προς κάποιον που αγαπώ, και προς το μέρος μου που τον ακολουθεί.
Έχετε αγωνία για τις αντιδράσεις των αναγνωστών σας;
Όχι αγωνία για το αν θα αρέσει. Αγωνία για το αν θα ριγήσουν. Αν θα νιώσουν έστω για μια στιγμή το κρύο του μαρμάρου και μετά το ζεστό άγγιγμα του κόκκινου λουλουδιού. Αν δεν νιώσουν τίποτα, τότε απέτυχα. Αν νιώσουν, τότε μοιραστήκαμε για λίγο το ίδιο τραγικό φως.
Πόσο τολμηρή είστε στη γραφή σας; Θέτετε περιορισμούς στον εαυτό σας λόγω κοινωνικών συμβάσεων;
Είμαι τόσο τολμηρή όσο απαιτεί η αλήθεια του πόνου. Δεν βάζω όρια. Η γραφή μου είναι γυμνή, όπως θα είμαστε όλοι κάτω από το χώμα κάποτε. Οι κοινωνικές συμβάσεις είναι για όσους ακόμα φοβούνται. Εγώ έχω ήδη δει τι υφέρπει πίσω απο το νήμα της ζωής…
Από τι πάσχει κατά τη γνώμη σας η ελληνική λογοτεχνία;
Πάσχει από φόβο του τραγικού. Προτιμάει τις ωραιοποιήσεις, τις μικρές ιστορίες, τις έξυπνες φλυαρίες. Λείπει το μεγάλο, το ανελέητο, το βαθύ ελληνικό βλέμμα που κοιτάζει κατάματα το μηδέν και του δίνει μορφή. Λείπει ο Χαλεπάς της λογοτεχνίας – αυτός που σκαλίζει μέχρι να ματώσει.
Ποια ήταν η αφορμή για το τελευταίο σας βιβλίο;
Ένα όνειρο. Ένα κόκκινο λουλούδι πάνω σε λευκό μάρμαρο. Και η επίμονη ανάγκη να μαρτυρήσω ότι ακόμα κι όταν όλα τελειώνουν, κάτι μέσα μας αρνείται να σωπάσει. Το βιβλίο γεννήθηκε από την ίδια την ανάγκη να μετατρέψω την απώλεια σε μαρτυρία…
Πηγή | Copyright: Literature