Σύνθετη Αναζήτηση
       
«Tο Ισραήλ είναι μία υπερδύναμη με δεμένα χέρια» | Εκτύπωση |  E-mail

Ο Ισραηλινός συγγραφέας Ααρον Απελφελντ δηλώνει ότι δεν βλέπει ποτέ ταινίες για το Ολοκαύτωμα

 

Συνέντευξη στον Ηλια Μαγκλινη

Το καφέ-εστιατόριο Τίχο είναι ένα από τα πρώτα κτίρια που χτίστηκαν στην Ιερουσαλήμ, στα μέσα του 19ου αιώνα, έξω από τα τείχη της πόλης. Η παλαιά οικία της οικογένειας Τίχο έχει σήμερα μεταβληθεί σε ένα καφέ-εστιατόριο όπου καταφεύγει ο συγγραφέας Ααρον Απελφελντ, εδώ και είκοσι χρόνια. Του αρέσει να γράφει σε ένα συγκεκριμένο τραπεζάκι πλάι σε παράθυρο. Κάθε τόσο έρχονται διάφοροι και τον χαιρετούν εγκάρδια. Εβδομήντα επτά ετών σήμερα, ο Απελφελντ θεωρείται από τους σπουδαιότερους σύγχρονους συγγραφείς του Ισραήλ.

Τα βιβλία του έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες. Στη χώρα μας, κυκλοφορούν όλα από τις εκδόσεις της Εστίας. Ωστόσο, το όνομά του ακούστηκε όταν μεταφράστηκαν οι «Κουβέντες του σιναφιού» (Πόλις) του Φίλιπ Ροθ, το οποίο περιλαμβάνει εκτενή συνομιλία του με τον Απελφελντ (είχε αρχικά δημοσιευθεί στους New York Times). Ο Απελφελντ κάνει... μυθιστορηματικές εμφανίσεις και σε άλλα βιβλία του Ροθ, όπως στο «Επιχείρηση Σάιλοκ». «Στη θέση που κάθεσαι», άρχισε να λέει ο Απελφελντ, «καθόταν ο Ροθ. Οπως και ο Σίνγκερ και ο Μάλαμουντ, όταν επισκέφθηκαν την Ιερουσαλήμ. Γλυκύτατος άνθρωπος ο Μάλαμουντ. Ο Σίνγκερ ήταν διαβολικά έξυπνος, όχι ο πιο συμπαθητικός άνθρωπος του κόσμου. Οσο για τον Ροθ, έμεινε τρεις εβδομάδες, ήμασταν συνέχεια μαζί. Με έβαλε στο “Σάιλοκ” χωρίς να με ρωτήσει. Δεν με πείραξε, είμαστε φίλοι, απλώς δεν είναι από τα καλύτερά του βιβλία».

Η κραυγή της μητέρας

Ο Απελφελντ μιλάει αγγλικά με εκείνη τη χαρακτηριστική προφορά των ηλικιωμένων Εβραίων που ήρθαν από την Ευρώπη. Το μυαλό του είναι κοφτερό και γίνεται αμέσως προσιτός – κι ας θυμίζει το πρόσωπό του τον «διαβολικά έξυπνο» Σίνγκερ. Ο τελευταίος πρόλαβε κι έφυγε από την Πολωνία έγκαιρα. Ο Απελφελντ, γεννημένος το 1932, στο Τσέρνοβιτς της τότε αυστροουγγρικής αυτοκρατορίας, ήταν μικρό παιδί όταν οι Γερμανοί κατέλαβαν την πόλη. Στην αυτοβιογραφική «Ιστορία μιας ζωής» αναφέρει ότι το τελευταίο πράγμα που θυμάται από τη μητέρα του ήταν την κραυγή της, τη στιγμή που την εκτελούσαν. «Δεν είδα να τη σκοτώνουν», μου λέει. «Ακουσα όμως το ουρλιαχτό της την κρίσιμη στιγμή».

Επόμενος σταθμός, ένα στρατόπεδο συγκεντρώσεως, με τον πατέρα του. Αλλά ο Ααρον θα καταφέρει να δραπετεύσει. «Περιπλανήθηκα ολομόναχος στα δάση της Ουκρανίας. Ετρωγα ό,τι έβρισκα, έπινα νερό από πηγές, κρυβόμουν. Ημουν ένα μικρό αγρίμι. Ωσπου, με βρήκε μια μονάδα ιππικού του Κόκκινου Στρατού», αφηγείται πίνοντας το τσάι του. «Σκληροί άντρες, ταλαιπωρημένοι. Εζησα κοντά τους κάνα δυο χρόνια. Βοηθούσα στην κουζίνα. Ημουν δέκα χρονών. Πολεμούσαν με ηρωισμό. Είχαν όμως μια εμμονή με τις γυναίκες. Βίαζαν Γερμανίδες και Ουκρανές».

Απώλεια της γλώσσας

Το 1946 ο Απελφελντ θα βρεθεί στο Ισραήλ. «Τα πιο δύσκολα χρόνια της ζωής μου», λέει σήμερα. «Δεν ήξερα εβραϊκά, ήταν προσβλητικό να μιλάς γίντις, ενώ τα γερμανικά ήταν η γλώσσα των φονιάδων της μητέρας μου. Επρεπε να αρχίσω απ’ το μηδέν». Βρήκε τη λύτρωση στην πεζογραφία, διαβάζοντας Καμύ και Κάφκα, μεταξύ των άλλων, και γράφοντας. «Εσκιζα ό,τι έγραφα. Μου πήρε πολλά χρόνια για να βρω τη φωνή μου».

Στο μεταξύ, ο Απελφελντ θεωρούσε ότι ο πατέρας του ήταν νεκρός. Στις αρχές της δεκαετίας του ’60 όμως, περίπου τυχαία, πατέρας και γιος θα ξανασμίξουν. Δεν έχει καταφέρει να γράψει ούτε γραμμή γι’ αυτή την επανένωση. «Με υπερβαίνει η συναισθηματική φόρτιση. Ισως κάποτε». Είναι λακωνικός, όπως και στα βιβλία του. Καμία φλυαρία αλλά υπόγεια ένταση στο κόκκινο. «Δεν μπορώ να υποφέρω τη συναισθηματολαγνεία. Ούτε την αυτολύπηση. Γι’ αυτό και δεν κυνηγάω να βλέπω ταινίες για το Ολοκαύτωμα. Αφήστε που δεν ήταν όλοι οι επιζήσαντες του Ολοκαυτώματος καλά παιδιά». Ομως, τα περισσότερα βιβλία του έχουν ως θέμα το Ολοκαύτωμα. «Αντλώ από τη δεξαμενή των βιωμάτων μου», εξηγεί, «αλλά ό,τι κάνω είναι μυθοπλασία. Θέλω να αναπλάσω τους χαμένους μου γονείς και τον πόλεμο. Ομως η απώλεια της γλώσσας μου και συνάμα, το κέρδος της νέας γλώσσας που είναι τα εβραϊκά, με οδήγησαν σε μιαν αναζήτηση της εσωτερικότητας των πραγμάτων. Δεν μ’ ενδιαφέρει η καταγραφή γεγονότων. Οι αφηγήσεις μου έχουν κάτι στέρεο, όμως δεν ανήκω στους ρεαλιστές. Μετά τον Κάφκα και τον Προυστ, δεν μπορείς να γράφεις σαν ρεαλιστής».

Αιθιοπική εκκλησία

Σηκώνεται απ’ το τραπέζι. «Ελα να σε γυρίσω λίγο», μου λέει. Βγαίνουμε έξω, διαβαίνουμε μικρά δρομάκια, ώσπου σταματάμε σε μιαν αιθιοπική εκκλησία. «Αυτό πρέπει να το δεις», λέει καθώς μπαίνουμε στο προαύλιο. Βγάζουμε τα παπούτσια μας στην πόρτα –όπως σε τζαμί– και ξαφνικά βρίσκομαι σε μια τελείως κυκλική εκκλησία με κολόνες και απλωμένα χαλιά ολόγυρα. Κάνουμε αναγκαστικά ένα κύκλο γύρω από το ιερό και σταματούμε σε μια γυναίκα που προσεύχεται μπροστά σε εικόνες βυζαντινής τεχνοτροπίας αλλά με... μαύρους αγίους. Ο Απελφελντ μοιάζει σαγηνευμένος. Οταν βγαίνουμε έξω, παρατηρεί: «Δεν είμαι θρήσκος αλλά σέβομαι το θρησκευτικό αίσθημα. Αν κάτι με ενοχλεί στη θρησκεία είναι ο μυστικισμός. Για τους μυστικιστές 2+2 μπορεί να ισούται με 5, για μένα όμως 2+2=4. Οταν απουσιάζει ο ορθός λόγος, υπάρχει πρόβλημα».

Καθώς προχωρούμε, μπαίνουμε στη συνοικία των ultra ορθόδοξων Εβραίων, την Μέα Σεαρίμ (Εκατό Πύλες). Παντού χασιντίμ Εβραίοι, μαύρα ρούχα, μπούκλες, ακόμα και στα μικρά παιδιά. «Ντύνονται όπως τον Μεσαίωνα», λέει ο Απελφελντ. Πυκνοκατοικημένες αυλές, στοές, χασάπικα κοσέρ και μια γλυκιά μυρωδιά φρέσκου ψωμιού. Ο Απελφελντ λέει πως οι Εβραίοι αυτοί είναι αφοσιωμένοι στη θρησκεία. Πολλοί δεν πιστεύουν καν στο κράτος του Ισραήλ, «διότι δεν έχει έρθει ακόμα ο Μεσσίας, άρα δεν δικαιούμαστε να έχουμε κράτος. Θα έχετε δει 5-6 τέτοιους Εβραίους, προσκαλεσμένους στα συνέδρια του Αχμεντινετζάντ, στο Ιράν, για την “αλήθεια γύρω απ’ το Ολοκαύτωμα”, μου λέει χαμογελώντας. Στους δρόμους κυλάει νερό με απορρυπαντικό επειδή, όπως μαθαίνω, ετοιμάζονται για το Πάσοβερ (το Πάσχα) και το σπίτι πρέπει να είναι πεντακάθαρο. «Πολλοί Ισραηλινοί αντιπαθούν αυτούς τους Εβραίους, διότι παίρνουν εξαίρεση απ’ τον στρατό», λέει ο Απελφελντ. «“Γιατί να πολεμάμε γι’ αυτούς;”, λένε. Είναι ένα πρόβλημα».

Διαφωνία με την Αρεντ

Αναπόφευκτα, η κουβέντα πάει στο Παλαιστινιακό, στη Γάζα, στις πρόσφατες αιματοχυσίες. «Κάποτε δίδασκα στο πανεπιστήμιο», αρχίζει να λέει ο Απελφελντ. «Είχα πολλούς μουσουλμάνους φοιτητές. Μου έλεγαν: “Γιατί δεν πάτε από εκεί που ήρθατε; Φέρατε έναν φιλελεύθερο τρόπο ζωής στην περιοχή που δεν μας ταιριάζει. Φύγετε και αφήστε τον πολιτισμό μας να εξελιχθεί μόνος του”. Θέλουν να διαλυθεί το Ισραήλ, δεν θέλουν τον συμβιβασμό. Ομως, για μένα, το μεγάλο πρόβλημα είναι το Ιράν. Αυτό πρέπει να το καταλάβουμε όλοι. Κι όσο για την αμερικανική υποστήριξη, μην νομίζετε ότι είναι τόσο δεδομένη. Νομίζετε, δεν με θλίβει όταν μικρά παιδιά σκοτώνονται; Αλλά μιλάμε για πόλεμο, και μάλιστα, ανταρτοπόλεμο. Το Ισραήλ είναι όντως μια υπερδύναμη στην περιοχή. Είναι όμως μια υπερδύναμη με δεμένα τα χέρια». Οταν αναφέρω τον πολιτικό λόγο άλλων Ισραηλινών συγγραφέων, όπως του Οζ ή του Γκρόσμαν, διαχωρίζει τη θέση του. «Τον Γκρόσμαν τον χτύπησε μια τρομερή τραγωδία, έχασε τον γιο του στον πόλεμο. Δεν συντάχθηκα ποτέ μαζί τους. Δεν είμαι πολιτικός συγγραφέας για έναν απλό λόγο: η πολιτική περιλαμβάνει την ιδεολογία, κι όταν δύο ιδεολογίες συγκρούονται, ο ορθός λόγος είναι απών. Βλέπετε, ζούμε σε έναν κόσμο όπου ισχύει η κοινοτοπία του καλού, όχι του κακού. Είχα διαφωνήσει τότε με την Αρεντ, κατά τη δίκη του Αϊχμαν, το είχα πει και στην ίδια: το κακό είναι που κάθε φορά εμφανίζεται με διαφορετικό πρόσωπο. Το καλό απλώς επαναλαμβάνεται σαν ένα κλισέ. Γι’ αυτό γοητευόμαστε απ’ το κακό και το μυστήριό του».

Στην Αθήνα για διάλεξη

Ο Ααρον Απελφελντ γεννήθηκε το 1932 στο Τσέρνοβιτς της τότε αυστροουγγρικής αυτοκρατορίας, μετέπειτα Ρουμανίας και σημερινής Ρωσίας, από γονείς Εβραίους. Σε ηλικία οκτώ ετών, έχασε τη μητέρα του από τους Ναζί και έπειτα εγκλείστηκε σε στρατόπεδο συγκεντρώσεως. Μετά την απόδρασή του, περιπλανήθηκε για δύο χρόνια στα δάση της Ουκρανίας. Το 1944, διέσχισε τη Ρουμανία, τη Βουλγαρία και τη Γιουγκοσλαβία, για να καταλήξει στην Ιταλία. Το 1946 έφτασε στο Ισραήλ. Εκτοτε ζει στην Ιερουσαλήμ.

Δίδαξε λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο της Ιερουσαλήμ. Εξέδωσε το πρώτο του μυθιστόρημα «Καπνός» το 1962. Ακολούθησαν τριάντα ακόμα βιβλία. Στα ελληνικά κυκλοφορεί η «Ιστορία μιας ζωής», «Απρόσμενη αγάπη» και «Μπαντενχάιμ 1939». Ολα κυκλοφορούν από τις εκδόσεις της Εστίας σε μετάφραση της Μάγκυ Κοέν.

Την Πέμπτη 30 Απριλίου, ο Ααρον Απελφελντ θα επισκεφθεί την Αθήνα, όπου θα δώσει διάλεξη στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, στο πλαίσιο των εκδηλώσεων του Megaron Plus.

Copyright: Ηλίας Μαγκλίνης & εφημ. «Η Καθημερινή»

 

Newsletter

Εγγραφείτε εδώ στο newletter για να λαμβάνετε ενημερώσεις για νέα βιβλία, προσφορές, εκδηλώσεις κτλ